Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Οι Κυριακές στη θάλασσα



Οι Κυριακές στη θάλασσα



Ενδεικτικές πληροφορίες για τη συγγραφέα
-      Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη (Αθήνα 1919-2001) σπούδασε νομικά, αλλά σύντομα στράφηκε στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική.  Ως συγγραφέας οφείλει την καθιέρωση και την ευρύτερη αναγνώριση της στο μυθιστόρημα Τα ψάθινα καπέλα (1946), που είναι ένα χρονικό της γυναικείας εφηβείας, ένας ύμνος αγάπης στη ζωή και στη φύση.
-      Έργα. Μυθιστορήματα. Τα δέντρα (1945) - Τα ψάθινα καπέλα (1946) - Ο άλλος Αλέξανδρος'(1950). Θεατρικά. Η γυναίκα του Κανδαύλη (1955) - Οι Δαναίδες (1963) — Ο άγιος πρίγκιψ (1964) — Το μυστικό κρεβάτι (1967) κ,ά. Σενάρια για τα κινηματογραφικά έργα Μαγική πόλη (του Κούνδουρου) και Φαίδρα (του Ντασέν).

Στόχος Να έρθουμε σε επαφή µε την ξένοιαστη ατµόσφαιρα των εκδροµών µιας άλλης εποχής, έτσι όπως τις ανακαλεί στη µνήµη της και τις αφηγείται µια ενήλικη πια γυναίκα, που νοσταλγεί το ευτυχισµένο εκείνο οικογενειακό παρελθόν.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ   ΚΕΝΤΡΑ
Η χαρά και η γλυκιά ανάµνηση της ξένοιαστης εφηβικής ζωής
Οικογενειακές σχέσεις και προβλήµατα

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Οι τρεις αδερφές που περιγράφει στο µυθιστόρηµα της η Λυµπεράκη βρίσκονται στο μεταβατικό στάδιο ανάµεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση. ∆ιανύουν µάλιστα το δύσκολο στάδιο της εφηβείας βιώνοντας το σοβαρό οικογενειακό πρόβληµα του χωρισµού των γονιών τους. Ωστόσο οι καλοκαιρινές διακοπές τους και, συγκεκριµένα στο απόσπασµα, οι εκδροµές µε τον πατέρα και το θείο τους τις Κυριακές στη θάλασσα αποτελούν ανέµελες, ξένοιαστες στιγµές, µακριά από τα προβλήµατα της καθηµερινότητας. Ο ευρύτερος οικογενειακός χώρος, ο θείος και τα ξαδέρφια, συµµετέχει άµεσα στη ζωή των τριών αδερφών, έτσι όπως συνέβαινε γενικότερα στις οικογένειες των µεταπολεµικών χρόνων. Το κύριο ενδιαφέρον στο µυθιστόρηµα της Λυµπεράκη έγκειται στο γεγονός ότι η σκοπιά της αφήγησης κινείται ανάµεσα στην ξένοιαστη έφηβη που ζει και την ώριµη γυναίκα που θυµάται και νοσταλγεί. Επικρατεί η ημερολογιακού[1] τύπου αφήγηση των αναμνήσεων μιας αυτής της ενήλικης γυναίκας από ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές του παρελθόντος.

Η σχέση των κοριτσιών με τον πατέρα τους
Η Κατερίνα (η αφηγήτρια), μιλώντας για τις αιτίες που οδήγησαν τους γονείς της στο χωρισμό, κάνει λόγο για τις απιστίες του πατέρα. Όταν ήταν μικρή, αναρωτιόταν πώς ένας άνθρωπος αγνός σαν τον πατέρα μπορούσε να κάνει απιστία, ενώ στα δεκαέξι της αντιμετωπίζει το θέμα αυτό με κατανόηση. Από τον προβληματισμό της καταλαβαίνουμε ότι το διαζύγιο δεν τραυμάτισε την εικόνα του πατέρα και τα κορίτσια δεν απομακρύνθηκαν συναισθηματικά από αυτόν. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι οι Κυριακές που περνούσαν στη θάλασσα με τον πατέρα τους ήταν από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις τους: Εκείνες οι Κυριακές θα μείνουν μέσα μου ατόφιες, έτσι όπως τις έζησα. Καμιά τους λεπτομέρεια δε θα λησμονηθεί.
-           Εξάλλου, πίσω από την περιγραφή (ο πατέρας ήταν λίγο σαν παιδί που παίζει με τα βότσαλα και αγνοούσε κι αυτός την κακία του κόσμου) κρύβεται η διάθεση του παιδιού (της ηρωίδας) να βάλει σε σωστές διαστάσεις το γονιό του, χωρίς αυτό να μειώνει την αγάπη και την τρυφερότητα που αισθάνεται γι’ αυτόν. Την ίδια διάθεση δείχνουν και τα πειράγματα της Ινφάντας στον πατέρα (πείραζε τον πατέρα).

Γλώσσα
Η γλώσσα του αποσπάσματος είναι απλή και σε πολλά σημεία εμπλουτισμένη με γραμματικούς τύπους της καθομιλουμένης της υπαίθρου, κυρίως ουσιαστικά (≪της σκόλης≫, ≪μορτόπαιδο≫, ≪τάμα≫, ≪μερμήγκια≫), ρήματα (≪ζούσανε≫, ≪λέγανε≫, ≪γίνουνται≫, ≪συμβαίναν≫, ≪μοιάζανε≫, ≪αντικρίζανε≫, ≪περνούσανε≫, ≪κρεμούσανε≫, ≪λέγαν≫, ≪δε λέγαν≫, ≪παίρναν≫, ≪λευτερωθείς≫), επίθετα (≪άγγιχτα≫, ≪γιομάτη≫, ≪παιδιάτικο≫), αντωνυμίες (≪μεις≫), μετοχές (≪μελλούμενα≫)・ τύποι που εξυπηρετούν απόλυτα την πρόθεση της συγγραφέως να τονίσει την άμεση σχέση του καλοκαιρινού τοπίου με τις ενδείξεις ωρίμανσης των εφήβων.
Η συγγραφέας δεν επιθυμεί να κάνει λεπτομερειακή ψυχανάλυση των χαρακτήρων της, αλλά να εκφράσει τον ψυχισμό τους με τη σύντομη μα περιεκτικότατη διατύπωση σε συνδυασμό με τις πλούσιες εικόνες που την αξιοποιούν.
Ακολουθεί το σχετικό με το απόσπασμα που περιέχεται στο βιβλίο της Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου, κομμάτι της τηλεοπτικής μεταφοράς του βιβλίου της Μ. Λυμπεράκη.

Μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω και το υπέροχο τραγούδι με το οποίο ξεκινά η ταινία Μαγική πόλη , η οποία βασίστηκε στο σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη.
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις . Ερμηνευτής Βασιλης Λέκκας. Μια πόλη Μαγική

[1] Με τον όρο «ημερολόγιο» εννοούμε ένα κείμενο με προσωπικό χαρακτήρα. Σ’ αυτό γίνεται συστηματική καταγραφή από ένα άτομο των πιο σημαντικών γεγονότων της προσωπικής του ζωής και ενδεχομένως και της δημόσιας ζωής της εποχής του.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Ενότητα 5η Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΏΝ


ΕΝΟΤΗΤΑ 5η, Η ελεημοσύνη βασίλισσα των αρετών.
Ιωάννης
Χρυσόστομος, εις το ρητόν του Προφήτου Δαυιδ.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

"Από δόξα και θάνατο"



Μέλπω Αξιώτη                       «Από δόξα και θάνατο»

Μέλπω Αξιώτη
Η Μέλπω Αξιώτη (Αθήνα 1903-1975) γεννήθηκε από γονείς Μυκονιάτες  σπούδασε στη Σχολή Ουρσουλινών της Τήνου και έζησε κατά καιρούς στο Παρίσι, στο Βερολίνο και στη Βαρσοβία. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Δύσκολες Νύχτες (1938), ένα έργο που προξένησε εντύπωση, γιατί δεν ακολουθούσε το συνηθισμένο τρόπο γραφής ούτε στο περιεχόμενο ούτε στην τεχνική. Η Αξιώτη χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, που τη συνιστούν η εκφραστική τόλμη, ο πληθωρικός λόγος, η απουσία αυστηρής δομής. Τα πεζογραφήματα της δεν έχουν υπόθεση, τα γεγονότα παρουσιάζονται ασύνδετα και ανάμεσα τους παρεμβάλλεται πάντα η συγγραφέας. Γενικά το σύνολο του πεζογραφικού και ποιητικού της έργου κρίνεται αξιόλογο.
-    Έργα. Δύσκολες Νύχτες (1938), μυθιστόρημα - Σύμπτωση (1939), ποιητική συλλογή - Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; (1940), μυθιστόρημα - Εικοστός αιώνας (1946), μυθιστόρημα - Θαλασσινά (1961), ποιητική σύνθεση - Το σπίτι μου (1965), αφήγημα προσωπικών αναμνήσεων- Η Κάδμω (1972), πεζογράφημα κ.ά.

ΣΤΟΧΟΣ
Να γίνει αντιληπτό ότι η γερµανική Κατοχή ήταν µια περίοδος σκληρών δοκιµασιών για τον ελληνικό λαό, αλλά και µια εποχή που ανέδειξε το κουράγιο του λαού και την αντίσταση του στον κατακτητή, ακόµα κι όταν το τίµηµα της αντίστασης ήταν ο θάνατος.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ   ΚΕΝΤΡΑ
Κατοχή. ∆οκιµασίες (πείνα και βία) και Αντίσταση
Λαϊκό αίσθηµα και αγωνιστική ενότητα Αντιστασιακό πνεύµα

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Πείνα -Συσσίτιο την περίοδο της Κατοχής
Το απόσπασµα προέρχεται από το µυθιστόρηµα Εικοστός αιώνας, το οποίο έγραψε η Αξιώτη από τον Οκτώβρη ως το Νοέµβρη 1946, λίγους µήνες πριν η συγγραφέας υποχρεωθεί να φύγει από την πατρίδα της και να καταφύγει στη Γαλλία.
Επειδή από το απόσπασμα όπως κι από ολόκληρο το βιβλίο απουσιάζει η αυστηρή χρονική δομή είναι χρήσιμη η παρουσίαση των γεγονότων χωρίς χρονικές μεταπηδήσεις στο παρελθόν ή στο μέλλον:
α. Το συσσίτιο των ανθρώπων του πνεύματος (Φεβρουάριος του 1943)
β. Η πρώτη κατοχική διαδήλωση (Μάρτιος του 1943)
γ. Το συναπάντημα της Πολυξένης με το στρατηγό (η ώρα της επιστροφής της Πολυξένης στο σπίτι της μετά τη διαδήλωση)
δ. Η σύλληψη και η ανάκριση της Πολυξένης (μετά τη διαδήλωση* δε διευκρινίζεται πόσος χρόνος έχει περάσει από αυτήν)
ε. Αναπόληση των γεγονότων από τη φυλακή (μετά τη σύλληψη και την ανάκριση της Πολυξένης)
στ. Η φύλαξη του αντιστασιακού τύπου στον κόρφο της Πολυξένης (τρία χρόνια μετά τη διαδήλωση και αφού έχει μεσολαβήσει η σύλληψη και η φυλάκιση της° αυτό το χρονικό επίπεδο ξεφεύγει από τα όρια της αναδρομικής αφήγησης.
Στο απόσπασµα η ηρωίδα της Πολυξένη ανακαλεί στη µνήµη της από τη φυλακή, όπου βρίσκεται λόγω της αντιστασιακής της δράσης (µοίραζε παράνοµο Τύπο), δύο κρίσιµες στιγµές της γερµανικής Κατοχής στην Αθήνα, µια ταπεινή και µια ηρωική στιγµή. Η πρώτη στιγµή είναι η διανοµή συσσιτίου στους καλλιτέχνες. Η συγγραφέας, µέσω της ηρωίδας της, φαίνεται να αντικρίζει µε ειρωνική µατιά τους καλλιτέχνες: οι εκφραστές του πνεύµατος, µέχρι χτες απόµακροι κι ακατάδεκτοι, εξουθενωµένοι τώρα από την πείνα, υποκύπτουν και αυτοί στις πιεστικές επιταγές του σώματος, καθώς αναγκάζονται να στοιβαχτούν και να διαµαρτυρηθούν για να πάρουν, ταπεινωµένοι, το ελάχιστο φαγητό του συσσιτίου.
Αναφορές στην πείνα και τα προβλήματα της Κατοχής, μέσα από τη μουσική του Χρήστου Λεοντή και τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας, γίνεται στο τρίτο τραγούδι, το οποίο προέρχεται από τη συλλογή τραγουδιών "Καταχνιά".




Διαδηλωτές διασπούν τον αστυνομικό κλοιό
Η δεύτερη στιγµή είναι µια αντικατοχική διαδήλωση που αφήνει πίσω της αρκετούς νεκρούς. Το φρόνηµα ωστόσο του κόσµου που συµµετέχει στη διαδήλωση είναι σθεναρό και η αίσθηση της συναδέλφωσης ισχυρή. Η συγγραφέας, διαµέσου της ηρωίδας της, τονίζει την ταξική σύσταση της διαδήλωσης. Αυτοί που συµµετέχουν, αδιαφορώντας ακόµα και για τη ζωή τους και παρασυρµένοι από τον εθνικό ενθουσιασµό, είναι άνθρωποι προερχόµενοι από τα λαϊκά στρώµατα και άνθρωποι που έχουν ζωντανές µνήµες από παλαιότερους εθνικούς αγώνες, όπως η µικρασιατική εκστρατεία. Είναι ενδιαφέρον ότι ένας συγγραφέας µε διαφορετική ιδεολογική συγκρότηση από εκείνη της Αξιώτη, ο Οδυσσέας Ελύτης, περιγράφει µε ανάλογο τρόπο την κοινωνική σύσταση των συµµετεχόντων σε µια αντικατοχική διαδήλωση: «οι νέοι µε τα πρησµένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωµένοι µε τον επίδεσµο και τα δεκανίκια» («Η µεγάλη έξοδος», Το Άξιον Εστί). Το απόσπασµα καταλήγει µε την περιγραφή µιας σκηνής (η τυχαία συνάντηση της Πολυξένης µε ένα στρατηγό), η οποία λειτουργεί ως προµήνυµα του εµφυλίου, που ακολούθησε την απελευθέρωση (Βλέπε και παρακάτω σχόλια).

Το συναπάντημα με το στρατηγό
—  Επιστρέφοντας στο σπίτι της μετά τη διαδήλωση η Πολυξένη συνάντησε τυχαία ένα στρατηγό και αυτό το περιστατικό περιγράφεται με λιτότητα αλλά και με ελαφρά ε ι ρ ω ν ε ί α ο στρατηγός ήταν «μεγάλος» και έβγαλε περίπατο τους τρεις σκύλους του, περπατώντας μάλιστα μαζί τους, σαν να ήταν στρατιωτικό άγημα (μπρος αυτός, πίσω εκείνοι).
—  Αμέσως στο μυαλό του αναγνώστη προβάλλει η αντίθεση: από τη μια οι άνθρωποι της λαϊκής τάξης και της φτωχολογιάς, που διαδηλώνουν για λευτεριά και σκοτώνονται, καθώς και η Πολυξένη με τα δυο τρύπια μάτια της από δόξα και θάνατο και από την άλλη ένας άνθρωπος που είχε στο παρελθόν ως επάγγελμα και υπέρτατο καθήκον την προάσπιση της εθνικής ελευθερίας, αμέριμνος και απαθής για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα του, κάνει βόλτα αναψυχής με τους σκύλους του μέσα στη λιακάδα. Από τη μια οι άνθρωποι του πνεύματος που στήνονται πεινασμένοι σαν ζητιάνοι ώρες ολόκληρες στην ουρά για ένα τενεκεδάκι φτωχικό συσσίτιο και από την άλλη ο «μεγάλος» στρατηγός, που του περισσεύει φαγητό για να ταΐσει όχι μόνο έναν αλλά τρεις σκύλους.
—  Με το σχόλιο κι είδε την πρώτη απόσταση της εποχής που χώριζε τους εχθρούς απ' τους φίλους δίνει το συμβολισμό της εικόνας του στρατηγού, ο οποίος ανήκει στους Έλληνες που καλοπερνούσαν τον καιρό της Κατοχής (άγνωστο με ποια μέσα) και εκπροσωπεί το στρατιωτικό κατεστημένο, που θα πρωτοστατήσει ως επικεφαλής της παράταξης, η οποία θα αντιταχτεί στους ένοπλους αγώνες της λαϊκής τάξης. Η αναφορά λοιπόν του στρατηγού αποτελεί προμήνυμα ή προφητεία για το χωρισμό των Ελλήνων σε «εχθρούς» και «φίλους» και τον αλληλοσπαραγμό τους κατά τον Εμφύλιο, ο οποίος επίκειται ή αρχίζει όταν η συγγραφέας γράφει αυτές τις γραμμές (ο Εμφύλιος άρχισε το 1946, την ίδια χρονιά κατά την οποία εκδόθηκε το βιβλίο στο οποίο ανήκει το απόσπασμα).

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Να ΄σαι καλά δάσκαλε!



Να ’σαι καλά δάσκαλε!

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και πέθανε στην Αθήνα το 1985.
Υπήρξε φιλόλογος, ποιητής και πεζογράφος. Γιος προσφύγων με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη όπου έζησε δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και για ένα διάστημα εργάστηκε ως βοηθός σε πανεπιστημιακή έδρα. Αρχικά, δίδαξε σε ιδιωτικά γυμνάσια και αργότερα σε δημόσια σχολεία στην Ελλάδα και στη Λιβύη, ενώ το 1970 αποσπάσθηκε στο Υπουργείο Παιδείας με σκοπό την αναμόρφωση βιβλίων των Νέων Ελληνικών. Το 1978 έως το 1985 εργάσθηκε στο περιοδικό “Φυλλάδιο”.
Ο Ιωάννου ως λογοτέχνης ανήκε στους νεότερους πεζογράφους μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Πρωτοεμφανίστηκε με την ποιητική πλακέτα Ηλιοτρόπια (1954), καθιερώθηκε όμως αργότερα (1958-1964) ως συνεργάτης του περιοδικού “Διαγώνια της Θεσσαλονίκης”, το οποίο εξέδωσε και την πρώτη του ποιητική συλλογή Τα χίλια δέντρα (1963), ενώ τον επόμενο χρόνο οι “Εκδόσεις Διαγωνίου” κυκλοφόρησαν τα πεζογραφήματά του με τον τίτλο «Για ένα φιλότιμο».
Ακολούθησαν η Σαρκοφάγος (1971), Η μόνη κληρονομιά (1974), Ομόνοια (1980), Το αυγό της κότας (θεατρικό, 1981), Εφήβων και μη (1982), Εύφλεκτη χώρα (1982), Η πρωτεύουσα των προσφύγων (1984).
Ασχολήθηκε επίσης με το δημοτικό τραγούδι και τη λαογραφία. Ενδεικτικά, αναφέρονται τα εξής έργα: Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας (1964), Μαγικά παραμύθια του Ελληνικού λαού (1966), Καραγκιόζης (1971-72) κ.α.
Κοινό χαρακτηριστικό των βιβλίων του είναι το εξομολογητικό ύφος μέσα από προσωπικές μαρτυρίες και βιώματα, το χιούμορ που φτάνει ως τον αυτοσαρκασμό, η έντονη προσωπική οπτική μέσα από την οποία αντιμετωπίζει τη νεοελληνική πραγματικότητα, η ειλικρίνεια, η αμεσότητα, η κριτική της εποχής του. Οι χαρακτήρες των βιβλίων του είναι ολοκληρωμένοι, ο τόνος αυτοβιογραφικός, προερχόμενος από τις εφηβικές αναμνήσεις στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1940, και τα έργα του περιλαμβάνουν εικόνες και αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, όπου εξυμνούνται η αθωότητα, η αυθεντικότητα και ο ρεαλισμός των συναισθημάτων.Σχόλια για το έργο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ   ΚΕΝΤΡΑ
Αξία-περιφρόνηση του λαϊκού πολιτισµού
Αποκοπή-γνωριµία των µαθητών µε το λαϊκό πολιτισµό
Μαθητική πονηριά

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Στο διήγηµα αυτό ο αφηγητής υιοθετεί το βλέµµα ενός έφηβου µαθητή, ο οποίος περιγράφει την εµπειρία του από τη διδασκαλία και τη γενικότερη παρουσία του φιλολόγου του. Επισημαίνουμε ότι το διήγηµα περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αφού ο Ιωάννου θήτευσε στη Μέση Εκπαίδευση και ασχολήθηκε µε τη συγκέντρωση και µελέτη των δηµοτικών τραγουδιών. Τα παιδιά του χωριού στο οποίο ζει ο αφηγητής ενθουσιάζονται µε τον καθηγητή που τους εµπνέει σεβασµό για την παράδοση, αντίθετα ο αφηγητής νιώθει κάπως µειονεκτικά, γιατί ενώ οι συµµαθητές του «ξέρανε τη ρίζα τους», ο ίδιος δεν ήξερε «ούτε τον παππού του».
Αν και το σύντοµο αυτό διήγηµα πρωτοδηµοσιεύτηκε το 1979, µπορούµε να θεωρήσουµε ότι καταγράφει µια πραγµατικότητα που ισχύει και σήµερα: οι µαθητές αντιµετωπίζουν τη λαϊκή παράδοση µε επιφύλαξη ή και υποτίµηση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα κυρίαρχα στο αστικό κοινωνικό περιβάλλον αισθητικά πρότυπα (τα οποία σήμερα καθορίζονται κυρίως από τα ΜΜΕ, τον κινηματογράφο και το διαδίκτυο) είναι εντελώς διαφορετικά απ’ ότι στο παρελθόν, από το οποίο προέρχεται η παράδοση και κυρίως ξενόφερτα. Μας εξιστορεί λοιπόν την προσπάθεια ενός νέου φιλολόγου που αγαπά το λαϊκό πολιτισµό να µεταδώσει την αγάπη του αυτή στα παιδιά. Έτσι τα παιδιά ανακαλύπτουν ότι αυτό που µέχρι χτες αγνοούσαν και υποτιµούσαν µπορεί να γίνει πηγή όχι µόνο γνώσης και αισθητικής απόλαυσης, αλλά και να ανανεώσει και να εµπλουτίσει τη σχέση τους µε άτοµα µεγαλύτερης ηλικίας.
Το διήγηµα βασίζεται στην αντίθεση ανάµεσα στην Αθήνα και στην ελληνική επαρχία. Ενώ δηλαδή το µεγάλο αστικό κέντρο έχει αποκοπεί εντελώς από το λαϊκό πολιτισµό, στις µικρές πόλεις ή στην ύπαιθρο η επανασύνδεση µε το λαϊκό πολιτισµό ίσως είναι εφικτή, αν το σχολικό και το κοινωνικό περιβάλλον δώσει στα παιδιά τα σχετικά ερεθίσµατα. Στο διήγηµα προβάλλεται η αντίληψη ότι, αν ο εκπαιδευτικός αγαπά τον πολιτισµό, µπορεί να µεταδώσει την αγάπη αυτή και στους µαθητές του. Η τελευταία φράση του διηγήµατος, µέσα σε εισαγωγικά, είναι µετέωρη, εκφέρεται από τον ώριµο αφηγητή, ο οποίος γνωρίζει τη µελλοντική έκβαση των πραγµάτων, ότι δηλαδή η µεγάλη πολιτεία αφοµοιώνει οριστικά τα παιδιά της, κρατώντας τα µακριά από το λαϊκό πολιτισµό.
Ο φιλόλογος του διηγήµατος, εφαρµόζοντας τις αρχές του «σχολείου εργασίας», φέρνει τα παιδιά σε επαφή µε το περιβάλλον, µε σκοπό την κοινωνικοποίησή τους. Η προσωπικότητα του διαγράφεται καθαρά µέσα από τις δραστηριότητες και τη διδακτική µεθοδολογία του.

Λαϊκή παράδοση ονομάζεται το σύνολο των πολιτισμικών στοιχείων που κληροδοτήθηκαν από τις παλαιότερες γενιές, δηλαδή όλων των ειδών εκφράσεις ή συμπεριφορές του υλικού και πνευματικού βίου ενός λαού και συγκεκριμένα:
τα υλικά δημιουργήματα (οικοδομήματα, εργαλεία, φορεσιές κ.ά.)
πράξεις και ενέργειες (ήθη, έθιμα, λαϊκά δρώμενα κ.ά.)
 τα πνευματικά δημιουργήματα (τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες κ.ά.)
οι θεσμοί και οι αξίες (ηθικές, κοινωνικές κ.ά.)
η καλλιτεχνική έκφραση (χορός, χειροτεχνήματα, ζωγραφική, γλυπτική κ.ά.)
ο τρόπος ζωής (ατομικής, οικογενειακής και κοινωνικής) και εργασίας καθώς και οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
Δείγμα ελληνικής λαικής τέχνης
—Όλα τα παραπάνω συνιστούν τη λαϊκή παράδοση ενός τόπου, που χαρακτηρίζεται από τον αφηγητή σαν ένας θησαυρός κρυφός και αλογάριαστος, δηλαδή ανεκτίμητος.
Πράγματι η αξία της παράδοσης για ένα λαό είναι μεγάλη, γιατί οι άνθρωποι δε νιώθουν μετέωροι και ξεκομμένοι από τις ρίζες τους, ενώ το δέσιμο με την παράδοση λειτουργεί σαν στήριγμα ψυχικό, καθώς τους δημιουργούνται συναισθήματα αυτοπεποίθησης και ασφάλειας. Παράλληλα, όταν αντλούνται διδάγματα από το παρελθόν και υιοθετούνται οι δοκιμασμένες αξίες του[1], υπάρχει κάποιος οδηγός για το παρόν και για το μέλλον. Τέλος, η παράδοση αποτελεί το πιο βασικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας ενός λαού και σημαντικό παράγοντα για την ενότητα του.



Ενα ελάχιστο παράδειγμα δημιουργικής αναπαραγωγής  παραδοσιακού δημοτικού τραγουδιού είναι το παρακάτω θρακιώτικο:

η δημιουργική αναπαραγωγή

όπως κι αυτή:


Τα δύο μοντέλα διδασκαλίας των μαθημάτων

Στο κείμενο παρουσιάζονται δύο μοντέλα διδασκαλίας:
α. Το πρώτο έχει να κάνει με την εφαρμογή των αρχών του «σχολείου εργασίας», ενός σχολείου που δεν είναι απομονωμένο από τη ζωή και την κοινωνία, που δεν περιορίζει την απόκτηση γνώσεων στους τοίχους του σχολικού περιβάλλοντος, αλλά ενθαρρύνει τους μαθητές σε δραστηριότητες που ξεφεύγουν από τα όρια του τυπικού αναλυτικού προγράμματος και τους καλλιεργεί δημιουργικά ενδιαφέροντα, ώστε να εφαρμόζουν στην πράξη τη θεωρητική γνώση.
— Στο σχολείο αυτό, πέρα από τον τρόπο απόκτησης των γνώσεων και ως προς τη σχέση μαθητή-δασκάλου, οι μαθητές δε φοβούνται το δάσκαλο, τον βλέπουν ως συνεργάτη και σύμβουλο και εκδηλώνονται μπροστά του με αυθορμητισμό και ειλικρίνεια, ενώ ο δάσκαλος συμπεριφέρεται στους μαθητές με οικειότητα και κατανόηση, δεν είναι απόμακρος και αυστηρός, δεν παρουσιάζεται ως αυθεντία, αλλά σέβεται την προσωπικότητα του μαθητή και παράλληλα δημιουργεί ευχάριστη ατμόσφαιρα, χρησιμοποιώντας το διάλογο αντί για την αυταρχική επιβολή των απόψεων του.
Μια σχηματική παρουσίαση των απόψεων του θεμελιωτή του σχολείου εργασίας John Dewey υπάρχει παρακάτω.

Το δεύτερο μοντέλο δίνεται συνοπτικά με τη φράση: Αλλά ήξεραν πολύ καλά από κατάλογο, άγριες ή φαρμακερές φωνές και τρεμούλες. Το σχολείο αυτό έχει δασκάλους σκυθρωπούς και αυστηρούς, με συμπεριφορά αντιπαιδαγωγική, δηλαδή σκληρή, προσβλητική και αυταρχική. Ο δάσκαλος καταπιέζει τους μαθητές και επιβάλλεται με την απειλή του βαθμού και την άσκηση βίας (ξυλοδαρμός) προβάλλοντας τον εαυτό του ως αυθεντία. Οι μαθητές από την πλευρά τους τον τρέμουν από το φόβο τους και αισθάνονται ασφυχτικά και αποπνιχτικά, σαν φυλακισμένοι, ενώ η μόνη δραστηριότητα που τους επιβάλλεται είναι η στείρα απομνημόνευση ξερών και άψυχων γνώσεων μέσα στο απομονωμένο από τη ζωή και την κοινωνία περιβάλλον του σχολείου.


[1] Πάντα όμως με στόχο την πορεία προς το μέλλον και όχι την αναπαραγωγή του παρελθόντος.