Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Ραψωδία Χ 247-394 Η μονομαχία Έκτορα και Αχιλλέα




Ραψωδία Χ 247-394 Η μονομαχία Έκτορα και Αχιλλέα 
(συμπληρωματικά σχόλια)
1. Η μονομαχία είναι ένα από τα τέσσερα κύρια παραδοσιακά επικά θέματα, που συνθέτουν την Ιλιάδα. Τα άλλα είναι α) η οργή β) η εκδίκηση και γ) ο σεβασμός προς το γέρο-πατέρα . Η Ιλιάδα φιλοξενεί ή μάλλον συναρθρώνεται από ένα πλήθος μονομαχιών. Τη μονομαχία του Μενέλαου-Πάρη στο Γ', του Διομήδη στο Ε, του Έκτορα και του Αίαντα στο Η, του Αγαμέμνονα και του Έκτορα στο Λ, του Πάτροκλου και του Σαρπηδόνα στο Π κ.λ.π. Είναι φανερό ότι η προτίμηση του ποιητή στη μονομαχία και όχι στην πολυπρόσωπη μάχη οφείλεται στα ποιητικά πλεονεκτήματα που διασφαλίζει. Τέτοια πλεονεκτήματα είναι: α) η παρουσίαση του προσωπικού στοιχείου, β) η ένταση της προσοχής του ακροατή, ο οποίος ταυτίζει τον εαυτό του με τούτο ή εκείνο το πρόσωπο κάθε φορά.

2. Η μονομαχία Αχιλλέα-Έκτορα είναι το κεντρικό επεισόδιο μέσα στην Ιλιάδα, γιατί σ' αυτή καταλήγει το θέμα της εκδίκησης κι αυτή δημιουργεί όλες τις καταστάσεις που ακολουθούν και οδηγεί κατ' ευθείαν στη λύση του δράματος. Ίσως σ' αυτόν το λόγο οφείλεται και το γεγονός ότι όλες οι άλλες σπουδαίες μονομαχίες στο έπος διακόπτονται άλλοτε από κάποιο θεό, άλλοτε από κάποιο φυσικό γεγονός, άλλοτε από κάποιον άλλο ήρωα.

στ. 249 κ. εξ.: προηγείται ο τυπικός διάλογος των αντιπάλων πριν από τη σύγκρουση. Στο λόγο του Έκτορα πρέπει να τονιστεί η αξιοπρέπεια, η ευγένεια και η μελαγχολική διάθεση. Η τελευταία είναι περισσότερο έντονη μετά τη σύγκρουση, όταν ο ήρωας εγκαταλείπει τη ζωή. Αντίθετα, ο λόγος και η στάση του Αχιλλέα χαρακτηρίζονται από υπερβολική σκληρότητα.

στ. 256-259: με πρόταση του Έκτορα ο ποιητής προκαταλαμβάνει την εξέλιξη των γεγονότων. Η άρνηση του Αχιλλέα θα δείξει ως αναπόφευκτη συνέπεια την αγριότητά του, καθώς θα κακοποιήσει το πτώμα του Έκτορα. Ο πρόμαχος των Τρώων με την πρόταση του επικαλείται έναν κώδικα τιμής και την αυτονόητη συνήθεια να παραδίδονται οι νεκροί για ταφή. Έτσι εδώ η πρόταση για κάτι που είναι αυτονόητο γίνεται για να δώσει μεγαλύτερη δραματικότητα στη συμπεριφορά του Αχιλλέα, που με την παράβαση των κανόνων αυτών θα προκαλέσει τις διαμαρτυρίες των θεών.

στ. 294: ο Δηίφοβος ήταν ένας από τους πενήντα γιους του Πρίαμου. Ήταν ο δεύτερος σε ανδρεία Τρώας μετά τον Έκτορα. Ο Πάρις με τη βοήθεια του και την παρέμβαση του Απόλλωνα θα σκοτώσει τον Αχιλλέα. Στο συγκεκριμένο στίχο ο Έκτορας, που δεν είχε αντιληφθεί ακόμα την απάτη της Αθηνάς, ζητά από τον Τρώα πολεμιστή να του δώσει άλλο ακόντιο.
στ. 297: Ο Έκτορας κατάλαβε τότε ότι προηγουμένως δεν του μίλησε ο Δηίφοβος, που είναι μέσα στην Τροία, αλλά η Αθηνά, που τον ξεγέλασε με δόλο παίρνοντας τη μορφή του Δηίφοβου. Αυτό το συμπεραίνει ο ήρωας γνωρίζοντας ότι η Αθηνά προστατεύει τον Αχιλλέα.
Οι ομηρικοί θεοί σε συνάρτηση με τη μοίρα επεμβαίνουν στα ανθρώπινα και καθορίζουν τη ζωή αλλά και το θάνατο των θνητών. Έτσι, στους στίχους 297-303 βλέπουμε τον Έκτορα να αντιλαμβάνεται πως οι θεοί έχουν προδιαγράψει την πορεία του και είναι της μοίρας του γραφτό να πεθάνει από το χέρι του Αχιλλέα. Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό πως οι θεοί του έπους είναι κατά κανόνα πλάσματα επιπόλαια και ασταθή, των οποίων η φιλία ή η εχθρότητα έχει μικρή σχέση με την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Δεν εμφανίζονται ως εγγυητές των ανθρώπινων κανόνων. Οι παρεμβάσεις τους γίνονται με κριτήριο τις προσωπικές τους συμπάθειες και αντιπάθειες.

στ. 303-305: ο ομηρικός ήρωας πολεμά γενναία, ακόμα και πεθαίνει στο πεδίο της μάχης, προκειμένου να διασφαλίσει την τιμή και την αξιοπρέπεια του ως πολεμιστή. Σκοπός του ομηρικού πολεμιστή είναι η κατάκτηση του κλέους και τη υστεροφημίας, της ανταμοιβής του δηλαδή από την κοινότητα στην οποία ανήκει, χάρη στα ανδραγαθήματα του στη μάχη. Με την ανδρεία και τη γενναιότητά του ο ομηρικός ήρωας εντυπώνει την ύπαρξη του στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

στ. 358 κ.ε.: με την πρόρρηση (προοικονομία) του θανάτου του Αχιλλέα, ο Έκτορας ξεψύχησε και η ψυχή του πήγε στον Άδη θρηνώντας που έχασε τη νεότητα και την ανδρεία (βλ. και Π 855).
Οι ομηρικοί άνθρωποι πίστευαν ότι τη στιγμή του θανάτου ο άνθρωπος παύει να λειτουργεί και δύο νέες οντότητες εμφανίζονταν: το νεκρό σώμα και η ψυχή. Θεωρούσαν ότι το σώμα είναι αδρανής ύλη, κάτι το οποίο είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη σήψη. Η ψυχή, όμως, την οποία θεωρούσαν άυλη είναι αθάνατη. Μπορούσε να μιλήσει μόνο στα όνειρα ή αν έπινε ζεστό αίμα και αποκτούσε ένα είδος συνείδησης, το λεγόμενο ομηρικό μένος. Νέα κατοικία της ήταν ο Άδης. Εκεί συγκεντρώνονταν οι ψυχές και πίνοντας το νερό της Λήθης λησμονούσαν τις ομορφιές και τις χαρές που άφησαν πίσω, στον κόσμο των ζωντανών. Ο Όμηρος στους στίχους 361-363 παριστάνει την ψυχή να εγκαταλείπει το νεκρό σώμα και να φεύγει πετώντας για τον Άδη. Αυτό ανταποκρίνεται στην πίστη ότι η Ψυχή φεύγει από το σώμα με τη  μορφή πτηνού. Η αναφορά της τοποθεσίας των Σκαιών πυλών είναι μία ακόμη σύνδεση της παρούσας σκηνής με το παρελθόν (ραψ. Ζ) και με ένα μέλλον (θάνατος Αχιλλέα) που ξεπερνάει τα όρια του ιλιαδικού χρόνου.

στ. 367 κ.εξ.: στη συνέχεια ο Αχιλλέας γυμνώνει τον Έκτορα από την πανοπλία και όλοι τρέχουν να δουν το φοβερό εχθρό τους. Τώρα είναι ανήμπορος αυτός που απειλούσε να κάψει τα καράβια τους. Ο Αχιλλέας θυμάται πάλι το φίλο του Πάτροκλο και πριν από καθετί άλλο επείγεται να τον θάψει με όλες τις τιμές.  Η σκέψη του νεκρού φίλου δεν επιτρέπει στον ήρωα να χαρεί το θρίαμβο του. Η σκηνή της σκυλεύσεως του νεκρού Έκτορα και της κακοποίησης του πτώματος του (Χ 367-375) είναι μια από τις πιο σκληρές στην ομηρική ποίηση. Έτρεχαν από ένα γύρο οι Αχαιοί, θαύμαζαν από κοντά τον μεγάλο, αλλ' ακίνδυνο, ήρωα που είχε για τόσα χρόνια γεμίσει με φόβο την ψυχή τους, και τον τρυπούσαν, τον λάβωναν.
 Η πανοπλία και το νεκρό σώμα του εχθρού
Βασικά οι πολεμιστές επιθυμούν να αποκτήσουν την πανοπλία του εχθρού τους για την καθαρή της αξία. Επίσης επιθυμούν την κατοχή του πεδίου της μάχης και των νεκρών ως ορατό σημάδι (απόδειξη) τού ότι αυτοί είναι οι νικητές της ημέρας. Μα υπάρχουν και βαθύτεροι, ή σκοτεινότεροι, πόθοι. Να στερείς τον τάφο στο νεκρό σημαίνει ν' ακυρώνεις τη μνήμη του (την υστεροφημία του), να τον κάνεις σαν να μην υπήρξε ποτέ' εξ ου και η αισθητή στον Όμηρο φλογερή έγνοια για έναν τάφο που, αφού πεθάνει κάποιος, θα μείνει, να μαρτυρεί στους μεταγενέστερους την ύπαρξη και σημαντικότητα του.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ENOTHTA 14η ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΙ ΒΟΗΘΟΙ

Πώς τα δελφίνια βοηθούσαν τους ψαράδες στο να παγιδεύσουν τα ψάρια!

ENOTHTA 15η Η ΑΘΗΝΑ ΠΡΟΠΥΡΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ



15.Α Η ΑΘΗΝΑ ΠΡΟΠΥΡΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Ο Λυσίας ήταν ρήτορας και λογογράφος. Η νεότερη έρευνα τοποθετεί τη γέννηση του γύ­ρω στο 445 π.Χ. Γίνεται αναφορά σε αυτόν στον Φαῖδρο του Πλάτωνα, ενώ στην Πολιτεία δίνονται πληροφορίες για την οικογένεια του. Ο πατέρας του Κέφαλος καταγόταν από τις Συ­ρακούσες και ζούσε στην Αθήνα ως μέτοικος. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους ο Λυσίας και οι αδερφοί του πήγαν στους Θούριους -πανελλήνια αποικία στην Κάτω Ιταλία-, όπου ο Λυσίας διδάχθηκε τη ρητορική από τον Τεισία. Μετά τη Σικελική Εκστρατεία εκδιώχθηκαν ως φιλικά προσκείμενοι στην Αθήνα και επέστρεψαν στην Αθήνα ως μέτοικοι.
Ο Λυσίας έγραψε λόγους και για ιδιωτικές και για δημόσιες υποθέσεις. Σώζονται 34 λόγοι του, ενώ είναι γνωστοί οι τίτλοι ή και αποσπάσματα άλλων 130. Η φήμη του Λυσία ήταν τέτοια, ώστε να του αποδίδονται περίπου 425 λόγοι, από τους οποίους οι 233 θεωρούνται γνήσιοι.
Η πατρότητα και η αυθεντικότητα του Επιταφίου αμφισβητούνται. Ο λόγος εικάζεται ότι εκφωνήθηκε υπέρ των πεσόντων στον Κορινθιακό πόλεμο, ενώ πολλοί ερευνητές εκφράζουν την άποψη ότι πρόκειται για καθαρά λογοτεχνικό προϊόν, πιθανότατα μια ρητορική άσκηση. Τα κύρια σημεία όπου βασίζεται η αμφισβήτηση της πατρότητας είναι τα εξής: α) το συγκεκριμένο έργο διαφοροποιείται από τους άλλους λόγους του Λυσία (βέβαια, αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο είδος όπου ανήκει)· β) σε άλλους λόγους του Λυσία υπάρχουν καυστικές αναφορές στα έκτροπα που πραγματοποιήθηκαν από ολιγαρχικούς μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ενώ σε αυτόν τον λόγο παρουσιάζεται μια εξωραϊσμένη εικόνα.
Το απόσπασμα: Προέρχεται από τον Επιτάφιο λόγο (πιθανόν του Λυσία), που εκφωνήθηκε προς τιμήν των νεκρών του Κορινθιακού πολέμου (395-387 π.Χ.). Οι Αθηναίοι θεωρούσαν ιερή υποχρέωση να τιμούν τους νεκρούς του πολέμου οργανώνοντας μεγαλοπρεπή τελετή με δημόσια δαπάνη. Μέρος αυτής της τελετής ήταν και η εκφώνηση Επιτάφιου λόγου από κάποιον επιφανή άνδρα, που επέλεγαν οι πολίτες. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα τονίζεται η συμβολή της Αθήνας στην απόκρουση του περσικού κινδύνου.
    Οι επιτάφιοι είναι επικήδειοι λόγοι που εκφωνούνταν από επιφανή άνδρα και είχαν σκοπό να τιμήσουν τους νεκρούς του πολέμου. Σύμφωνα με τον Δημοσθένη (20.141), οι επιτάφιοι λόγοι ήταν ίδιον της Αθήνας. Ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει «πάτριον νόμον» την οργάνωση της επικήδειας τελετής στον Κεραμεικό και υπάρχει η άποψη ότι η θεσμοθέτηση αυτής της τελετής έγινε από τον Σόλωνα
Η πιο γνωστή περίπτωση επιτάφιου λόγου είναι εκείνου που εκφωνήθηκε από τον Περικλή για τους πεσόντες του πρώτου έτους (431 π.Χ.) του Πελοποννησιακού πολέμου, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης (2.35-46), αν και επικεντρώνεται περισσότερο στην εξύμνηση του μεγαλείου της αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αι. π.Χ. 

15.Γ2 ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ
α)   Επιθετικός προσδιορισμός:
1.      Το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού μπορούν να παίξουν κυρίως :
Επίθετο - επιθετική μτχ. - επιθετική αντωνυμία - επιθετικό αριθμητικό - τα προσηγορικά ουσιαστικά που δηλώνουν ηλικία, αξίωμα, επάγγελμα, εθνικότητα, τάξη ..., όταν αποδίδονται στις λέξεις άνήρ, γυνή, άνθρωπος - τα έναρθρα κύρια γεωγραφικά ονόματα, όταν μπαίνουν μπροστά από γεωγραφικούς όρους: ποταμός, όρος, λίμνη, θάλασσα ... και συμφωνούν με αυτούς στο γένος, στον αριθμό και στην πτώση.
2.         Προσδίδει στο προσδιοριζόμενο μια ιδιότητα μόνιμη και γνωστή και αποτελεί μ' αυτό, κατά κάποιο τρόπο, μια έννοια. Η ιδιότητα αυτή διακρίνει το προσδιοριζόμενο από άλλα ομοειδή. Είναι συνήθως έναρθρος, προηγείται της έννοιας που προσδιορίζει και προσθέτει στο λόγο σαφήνεια και ακρίβεια.
β)   Κατηγορηματικός προσδιορισμός:
1.Εκφέρεται με επίθετο, με επιθετική μετοχή και (σπάνια) με επιθετική αντωνυμία.
2.    Αποδίδει στο προσδιοριζόμενο ιδιότητα που δεν την είχε προηγουμένως
3.       Από τον επιθετικό προσδιορισμό το κάνει να ξεχωρίζει εξωτερικά η ύπαρξη άρθρου μόνο στο ουσιαστικό και όχι στο επίθετο. Σ' όλες τις άλλες περιπτώσεις το επίθετο είναι επιθετικός προσδιορισμός.
4.    Οι λέξεις πᾶς, σύμπας, ἅπας, ὅλος, ἄκρος, μέσος, ἔσχατος, αὐτός, μόνος, ἕκαστος χωρίς άρθρο είναι κατηγορηματικοί προσδιορισμοί. Όταν έχουν άρθρο, είναι επιθετικοί προσδιορισμοί. Αν λείπει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό, έχουν θέση ουσιαστικού.
γ) Παράθεση:
1.      Εκφέρεται με ουσιαστικό ή άλλη λέξη που ισοδυναμεί με ουσιαστικό.
2.    Εκφράζει ένα γενικό, γνωστό και κύριο γνώρισμα του προσδιοριζόμενου ή το ορίζει και το περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια. Γι' αυτό είναι έννοια πλατύτερη από το προσδιοριζόμενο.
3.    Παράθεση δέχονται και οι αντωνυμίες: π.χ. Τούτους, τοὺς πρέσβεις..
4.    Παράθεση είναι και η έναρθρη γενική κύριου ονόματος (παραλείπονται οι εννοούμενες λέξεις: υιός, θυγάτηρ, δούλος, σύζυγος): π.χ. Περικλής ό (υιός) Ξανθίππου.
5.    Μπορεί να αναλυθεί σε αναφορική πρόταση.

δ) Επεξήγηση:
1.    Εκφέρεται με ουσιαστικό ή άλλη λέξη που ισοδυναμεί με ουσιαστικό, ή και με δευτερεύουσα πρόταση (συνήθως ονοματική).
2.    Η επεξήγηση συγκεκριμενοποιεί ένα άλλο ουσιαστικό του οποίου το περιεχόμενο είναι γενικό και αόριστο (γενικό, αόριστο -> ειδικό, συγκεκριμένο).
3.    Ορισμένες φορές η επεξήγηση συνοδεύεται από το ρήμα λέγω (=θέλω να πω, εννοώ).
4.    Η επεξήγηση πάντα ακολουθεί το προσδιοριζόμενο. Σπάνια, για έμφαση, προηγείται, όταν μάλιστα προσδιορίζει δεικτική αντωνυμία.
5.    Η επεξήγηση σπάνια μπορεί να είναι σε γενική (γεν. επεξηγηματική): π.χ. Ή πόλις τῶν Αθηνῶν.
6.    Τα κύρια γεωγραφικά ονόματα, όταν ακολουθούν, μπαίνουν ως επεξήγηση των λέξεων όρος, πόλις, νῆσος κ.λπ.: π.χ. τό όρος Πάρνης, ή πόλις Ταρσοί.
7.    Η επεξήγηση αποδίδεται με το «δηλαδή».

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΑΠΡΙΛΗ ΜΟΥ ΞΑΝΘΕ,
τραγουδά ο Δ.Σαββόπουλος
σε μουσική Μ.Θεοδωράκη!

Συμπληρώνω με μιαν ωραία ανοιξιάτικη φωτογραφία!


Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα



«Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα» Δημήτρη Χατζή[1]

ΘΕΜΑΤΙΚΑ  ΚΕΝΤΡΑ
Δ. Χατζής
Μετανάστευση Αποξένωση από την πατρίδα
Απώλεια εθνικής και κοινωνικής ταυτότητας

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το επιλεγµένο απόσπασµα συνιστά ένα αντιπροσωπευτικό δείγµα της ρεαλιστικής[2] γραφής του ∆ηµήτρη Χατζή, η οποία έχει ως επίκεντρο της την παρατήρηση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Ο συγγραφέας αναπαριστά πειστικά το λόγο ενός λαϊκού προσώπου που, ως µετανάστης στη Γερµανία, διαπιστώνει την απώλεια της προσωπικής αλλά και της εθνικής του ταυτότητας.
Ο τίτλος: Το κεφάλαιο[3] από όπου προέρχεται το απόσπασµα έχει τον τίτλο «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρηµη χώρα». Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, «ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε στη Γερµανία, µέσα στο δάσος. Βρέθηκε - δεν ήρθε. Και µεγαλωµένο πια, παλικάρι, δεν ήξερε να µιλήσει καθόλου - καµιάν ανθρώπινη γλώσσα. Όχι πως ήταν βουβό - να µιλήσει δεν ήξερε. Φαινότανε δηλαδή πως είχε ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, µακριά τους - δεν είχε µιλήσει µε τους ανθρώπους, δεν τους ήξερε. Κανένας δεν έµαθε πώς έζησε τόσα χρόνια, πού κρυβόταν, πως δε βρήκε ποτέ τους ανθρώπους».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως τίτλο του κεφαλαίου το όνομα αυτού του παιδιού με τον προσδιορισμό στην έρημη χώρα, γιατί θεωρεί ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στον ήρωα του τον Κώστα, και στον Κάσπαρ Χάουζερ. Μελετώντας το απόσπασμα διαπιστώνουμε ότι και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βρέθηκαν σε μια χώρα ξένη, άγνωστοι ανάμεσα σε αγνώστους, όπου όλοι οι άλλοι μιλούν μια γλώσσα που τους είναι ακατανόητη και δεν έχουν κανέναν να τους περιμένει. Η χώρα στην οποία υποχρεώνονται να ζήσουν είναι γι’ αυτούς ουσιαστικά μια έρημη χώρα, αφού δεν επικοινωνούν με τους ανθρώπους και βιώνουν ο καθένας τη δική του μοναξιά.
Και για τους δύο η έννοια πατρίδα είναι ασαφής και ακαθόριστη: ο Κώστας δεν έχει κανένα δεσμό με την πατρική γη (Σαν να ναι το σπίτι μου εδώ, εδώ κι η πατρίδα μου, το κανένα σπίτι μου, η καμιά μου πατρίδα) και ο Κάσπαρ Χάουζερ, μεγαλωμένος στο δάσος σαν αγρίμι, δε νιώθει να ανήκει πουθενά, δεν έχει σπίτι και πατρίδα.

Ο Κώστας: Είναι ο μοναδικός ήρωας και αφηγητής του κειμένου, ένα λαϊκό πρόσωπο που, ζώντας στη Γερμανία ως μετανάστης, συνειδητοποιεί ότι χάνει σιγά σιγά τον εαυτό του και την εθνική του υπόσταση και ταυτότητα. Ζει μονότονα, χωρίς η ζωή του να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον και αδυνατεί να προσαρμοστεί στους ρυθμούς ζωής της ξένης πόλης όπου εργάζεται. Η αυτοπεποίθηση του είναι χαμηλή και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, μια μονάδα χαμένη μέσα στο πλήθος των πολλών και των αγνώστων, που η μοναδική του συντροφιά είναι λίγοι συμπατριώτες του μετανάστες, ενώ έχει διακόψει τους δεσμούς με την πατρίδα του. Η αίσθηση της μοναξιάς που τον διακατέχει τον αναγκάζει να χαράξει ο ίδιος το πικρόχολο, γεμάτο αυτοσαρκασμό και αυτοπεριφρόνηση επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης του.
 Μια σχηματική παράσταση του προβλήματος του ήρωα επιχειρείται παρακάτω:

Το παρελθόν του ήρωα: Στο δεύτερο κεφάλαιο του µυθιστορήµατος Tο διπλό βιβλίο ο Χατζής αναπτύσσει το θέµα του ελληνικού παρελθόντος του Κώστα. Καταγόταν από ένα αποµονωµένο χωριό του νοµού Μαγνησίας, τη Σούρπη. ∆εν έµαθε γράµµατα και πριν φύγει µετανάστης στη Γερµανία, εργαζόταν σ’ ένα µικρό εργαστήριο ξυλείας στο Βόλο. Οι γονείς του πέθαναν και η µοναδική αδερφή του παντρεύτηκε κι έφυγε από το πατρικό τους σπίτι. Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Κώστας, έχοντας χάσει τους δεσµούς µε τις ελληνικές καταβολές του, αδυνατεί να προσαρµοστεί στον καινούριο κόσµο. Η ανάμειξη κάθε είδους φυλών, τα µεγάλα πληθυσµιακά µεγέθη και οι ανεξιχνίαστοι για τον ίδιο µηχανισµοί αυτού του κόσµου µεταδίδουν στον Κώστα την αίσθηση ότι η ταπεινή του ύπαρξη εξισώνεται µε τις διαστάσεις ενός µικροβίου και τον οδηγούν στη συναισθηµατική ανάγκη να συντάξει ο ίδιος το πικρόχολο και αυτοσαρκαστικό επίγραµµα της επιτύµβιας στήλης του.
Η αλλοτρίωση του (βιομηχανικού κυρίως) εργαζόμενου που δεν αντλεί τη χαρά της δημιουργίας από την εργασία του και τελικά τη θεωρεί ασήμαντη (όπως και τον εαυτό του ). αποτυπώθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένα στην ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν Μοντέρνοι καιροί (1936). Ενα ενδιαφέρον απόσπασμα μπορείτε να παρακολουθείσετε παρακάτω.


 

Δε θα μπορούσε να απουσιάζει  και το τραγούδι η "φάμπρικα" σε στίχους του Γ.Σκούρτη. .Τραγουδά ο Λάκης Χαλκιάς 

Ειδικά οι παρακάτω στίχοι είναι χαρακτηριστικοί!
 Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου

Ο στόχος του συγγραφέα: Πίσω από το επιλεγµένο απόσπασµα, το οποίο επικεντρώνεται στο αίσθηµα της αποξένωσης του Έλληνα µετανάστη, µπορεί να ανιχνευτεί ο στόχος ολόκληρου του ∆ιπλού βιβλίου.
Ο καημός του μετανάστη αποτυπώνεται και στο παρακάτω τραγούδι με το Β.Λέκκα
 Ο στόχος, δηλαδή να εκφραστεί ο καηµός του ρωµαίικου και η αίσθηση ότι οι δύο µεταπολεµικές γενιές διαψεύστηκαν και ηττήθηκαν: τόσο η πρώτη γενιά, η γενιά του πατέρα του Κώστα, που θυσιάστηκε (κατοχή και εμφύλιος) µε την μάταιη ελπίδα ενός καλύτερου και δικαιότερου κόσµου, όσο και η δεύτερη γενιά, η γενιά του Κώστα, που έχασε την ταυτότητα της, αναγκασµένη από τις περιστάσεις να αναζητήσει µια καινούρια πατρίδα. Τελικά ούτε αυτή την πατρίδα βρήκε ούτε στην παλιά µπόρεσε ποτέ ουσιαστικά να επιστρέψει.
 Αν και το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην επιστροφή των Ελληνοποντίων στην Ελλάδα και στην δυσκολία τους να αποκτήσουν αποδεκτή κοινωνική ταυτότητα , αντικατοπτρίζει, νομίζω, αισθήματα παρόμοια με του ήρωα!




[1] Βιογραφικά στοιχεία για το συγγραφέα μπορείτε να βρείτε και στην Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2006, σελ. 157
Επιπλέον πληροφορίες και σχόλια για το έργο του μπορούν να αντληθούν και από τις Ψηφίδες.
[2] Στην Ελλάδα ο νεορεαλισμός συνδέθηκε με την πολιτικοποίηση της λογοτεχνίας, έντονη στη μεταπολεμική περίοδο και άμεσα συνδεδεμένη με τον Εμφύλιο. Πολλοί συγγραφείς περιγράφουν την αγωνία του ανθρώπου να επιβιώσει και να βρει το στίγμα του στη νέα εποχή. Άλλοι πάλι προτιμούν να προβάλουν στο έργο τους την παράδοση. Βλέπε και Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2006, σελ. 157
[3] Είναι το τρίτο του βιβλίου

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013