Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η κυρία Νίτσα



«Η κυρία Νίτσα»
Το κείμενο είναι διήγημα, ένα από τα Ανέκδοτα νεανικά κείμενα (1985)» Ο συγγραφέας το έγραψε το 1928 σε ηλικία είκοσι ετών και είναι το έργο με το οποίο ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα. Παρακάτω επισημαίνονται τα βασικότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των διηγημάτων.

Το διήγημα. Ο όρος διήγημα αποδίδεται σε ένα συγκεκριμένο είδος του πεζού λόγου με ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα ακόλουθα:
-Ο μύθος (η ιστορία) περιστρέφεται συνήθως γύρω από ένα κύριο γεγονός σημαντικό για τη ζωή του κεντρικού ήρωα, του πρωταγωνιστή δηλαδή του διηγήματος, του οποίου δίνεται μια πλήρης ηθογράφηση[1] και ψυχογραφία (περιγραφή της προσωπικότητάς του).
-Περιέχει και μερικά άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα και επεισόδια, τα οποία έχουν ως βασικό στόχο να φωτίσουν το βασικό γεγονός ή να συμπληρώσουν την ψυχογραφία του πρωταγωνιστή,
- Έχει ενότητα υπόθεσης: όλα τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες έχουν άμεση σχέση με το κύριο γεγονός και ξετυλίγονται βαθμιαία, ώστε το ενδιαφέρον του αναγνώστη να παραμένει αμείωτο ως το τέλος.
-Έχει αρχιτεκτονική διάρθρωση και ακολουθεί ως προς τη δομή το σχήμα: πλοκή - δέση - κορύφωση-λύση»
- Έχει ενότητα τόπου και χρόνου, δηλαδή τα γεγονότα αποτελούν ενιαίο σύνολο, έστω και αν τοποθετούνται σε διαφορετικούς τόπους ή ξετυλίγονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
- Συνδυάζει την αφήγηση (χρονολογική ή αναδρομική), την περιγραφή, το διάλογο (και το μονόλογο).
-Έχει κάποιο σκοπό, τον οποίο ο συγγραφέας δεν εκφράζει καθαρά, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να τον συλλάβει.

Ενδεικτικές πληροφορίες για το συγγραφέα.
Ο Μ. Καραγάτσης (Αθήνα 1908-1960) —φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Ροδόπουλου— είναι διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Αθήνας και του Παρισιού, όμως δε δικηγόρησε ποτέ, γιατί μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη λογοτεχνία.
  Ο Καραγάτσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη λογοτεχνία το 1928 με το διήγημα Η κυρία Νίτσα, όμως επέβαλε την παρουσία του στη λογοτεχνία με τα μυθιστορήματα Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933) και Γιούγκερμαν (1938). Ο Καραγάτσης διακρίνεται για την ικανότητα του να δημιουργεί πρωτότυπους χαρακτήρες και τα έργα του έχουν πλοκή που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το γενικό κλίμα στο οποίο κινούνται τα έργα του είναι ο ρεαλισμός, από επίδραση του Εμίλ Ζολά. Ακόμα, δέχτηκε την επίδραση των ψυχαναλυτικών θεωριών που κυκλοφορούσαν στη Δυτική Ευρώπη στις αρχές του εικοστού αιώνα.
  Έργα. Ο Καραγάτσης, εκτός από τα δύο παραπάνω μυθιστορήματα, έγραψε και πολλά άλλα έργα: Διηγήματα. Το συναξάρι των αμαρτωλών (1935) — Λιτανεία των ασεβών (1940) — Νυχτερινή ιστορία (1943) — Πυρετός (1945) Το νερό της βροχής (1950) - Το μεγάλο συναξάρι (1951) - Η μεγάλη λιτανεία (1956)° μυθιστορήματα. Χίμαιρα (1940) - Ο κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου (1944) - Ο μεγάλος ύπνος (1946) - Αίμα χαμένο και κερδισμένο (1947) - Ο αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος (1948) - Τα στερνά του Μίχαλου (1949) - Ο θάνατος και ο Θόδωρος (1954) - Ο κίτρινος φάκελος (1956) - Σέργιος και Βάκχος (1959) - Το 10 (1960), το οποίο εκδόθηκε ημιτελές μετά το θάνατο του.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρουσίαση του συγγραφέα και των λογοτεχνικών ηρώων του γίνεται εδώ  

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήµατα (συγκινήσεις)
Η µαθητική ζωή της εποχής και η σχολική τάξη
Η ώριµη αποτίµηση της πρώτης αγάπης και η αποµυθοποίηση

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Με φιλικό, εξοµολογητικό τόνο ο Καραγάτσης εισάγει τον αναγνώστη στην υπόθεση του διηγήµατος, δηλώνοντας τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της εξιστόρησης που θα ακολουθήσει στο κύριο µέρος του διηγήµατος. Ο εικοσάχρονος συγγραφέας θυμάται τα µαθητικά του χρόνια, όταν φοιτούσε στην τρίτη δηµοτικού, και εξιστορεί, µε τη µέθοδο της αναδροµικής αφήγησης, τον πλατωνικό[2] του έρωτα για τη δασκάλα του. Στο κύριο µέρος της αφήγησης ενσωµατώνονται διάσπαρτες αναφορές και περιγραφές της αγαπηµένης δασκάλας -που εκ των υστέρων παροµοιάζεται µε ζωγραφικούς πίνακες ροµαντικής τεχνοτροπίας-, η µορφή της οποίας αποτυπώνεται µέσα από την εξιδανικευτική µατιά ενός µικρού µαθητή. Η αναδροµή στο παρελθόν[3] είναι εστιασµένη στη σχολική πραγµατικότητα.
Ο αφηγητής από τη µια µεριά αποδίδει πραγµατικές καταστάσεις (περιγραφή της τάξης, παιχνίδια, σκασιαρχείο, µάθηµα κ.ά.) και από την άλλη γεμίζει τις αναµνήσεις του µε στοχαστική, ερµηνευτική ή αυτοειρωνική, διάθεση, η οποία λειτουργεί στο κείµενο ως εσωτερικός µονόλογος («Θα µου πείτε, πώς θυµάµαι ύστερα από τόσα χρόνια…») και αποτελεί µέρος της συνεχόµενης διαλογικής σχέσης του συγγραφέα µε τον αναγνώστη, σύµφωνα µε τις τεχνικές προδιαγραφές της αφήγησης που έθεσε ο συγγραφέας στην εισαγωγή του διηγήµατος.
Μέσα από αυτές τις παρεκβάσεις διακρίνουµε τα βασικά γνωρίσµατα του συγγραφικού έργου του Καραγάτση. Ευδιάκριτος είναι επίσης ο ψυχαναλυτικός χαρακτήρας της αυτοανάλυσής του, η οποία έχει σκοπό να αναλύσει με λεπτομέρεια τα αισθήµατα, τις κρυφές σκέψεις, ακόµα και τους φανταστικούς διαλόγους του µικρού µαθητή µε την πλατωνική ερωµένη του. Μέσα από τη συνεχή ανάλυση των αυθόρµητων αντιδράσεων του παιδιού (αγάπη, αντιζηλία, παράπονο, φθόνος) που, µετά το γάµο της κυρίας Νίτσας µε το λοχαγό, γνώρισε την ερωτική απογοήτευση, σε συνδυασµό µε τη δραµατική διάψευση της εκπαίδευσης (από «ιεροτελεστία» έγινε µαρτύριο, εξαιτίας της άσχηµης γεροντοκόρης δασκάλας), σκιαγραφείται ο αφηγητής ο οποίος, µε χιούµορ και αποµυθοποιητική διάθεση, επαναξιολογεί τα περασµένα πάθη του.
Στο τελευταίο µέρος του διηγήµατος η µορφή της κυρίας Νίτσας και ο πλατωνικός έρωτας του παλιού της µαθητή αποκαθίστανται στις πραγµατικές τους διαστάσεις. Ο αφηγητής έχει πλέον αποµυθοποιήσει (δηλαδή αντιμετωπίζει ρεαλιστικά) το πρώτο ερωτικό του σκίρτηµα, αντιµετωπίζει µε τρυφερότητα αλλά και (αυτο) ειρωνική διάθεση το παλιό συµβάν, βρίσκεται µάλιστα στην ευχάριστη θέση να βιώνει την αντιστροφή των ρόλων του ιδίου σε σχέση µε το αλλοτινό πρότυπο της δασκάλας του: εκείνη είναι απλώς µια ευτυχισµένη σύζυγος συνταγµατάρχη και µητέρα, όµως ο παλιός µαθητής της βρίσκεται τώρα σε πλεονεκτική θέση·είναι νεότερος (στο παρελθόν η µικρή του ηλικία ήταν γι’ αυτόν µειονέκτηµα στη σχέση του µε την κα Νίτσα) και µεγαλύτερος, δηλαδή αναγνωρισµένος πια συγγραφέας. Κλείνοντας πονηρά το µάτι στον αναγνώστη του, µε τον οποίο επιδίωξε και διατήρησε άριστη επικοινωνία, ο αφηγητής εκµυστηρεύεται τελικά την κατάληξη[4] της πρώτης, πλατωνικής, αγάπης του…



[1] Αναπαράσταση της καθημερινότητας
[2] αγνό, μη σαρκικό
[3] Την αναδρομή στο παρελθόν, πλούσια σε εικόνες και περιγραφές, συνοδεύει με την κρίση του ενήλικα γι’ αυτές και τις σκέψεις του γύρω από το θέμα του χρόνου και την εξέλιξη του ανθρώπου από αθώο και γεμάτο όνειρα παιδί σε ενήλικα, προσγειωμένο με ρεαλισμό στην πραγματικότητα
[4] Βλέπε, σελ. 177 προτελευταία παράγραφος, των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β’ Γυμνασίου ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, Α ΈΚΔΟΣΗ, 2007

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Οι Κυριακές στη θάλασσα



Οι Κυριακές στη θάλασσα



Ενδεικτικές πληροφορίες για τη συγγραφέα
-      Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη (Αθήνα 1919-2001) σπούδασε νομικά, αλλά σύντομα στράφηκε στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική.  Ως συγγραφέας οφείλει την καθιέρωση και την ευρύτερη αναγνώριση της στο μυθιστόρημα Τα ψάθινα καπέλα (1946), που είναι ένα χρονικό της γυναικείας εφηβείας, ένας ύμνος αγάπης στη ζωή και στη φύση.
-      Έργα. Μυθιστορήματα. Τα δέντρα (1945) - Τα ψάθινα καπέλα (1946) - Ο άλλος Αλέξανδρος'(1950). Θεατρικά. Η γυναίκα του Κανδαύλη (1955) - Οι Δαναίδες (1963) Ο άγιος πρίγκιψ (1964) — Το μυστικό κρεβάτι (1967) κ,ά. Σενάρια για τα κινηματογραφικά έργα Μαγική πόλη (του Κούνδουρου) και Φαίδρα (του Ντασέν).

Στόχος Να έρθουμε σε επαφή µε την ξένοιαστη ατµόσφαιρα των εκδροµών µιας άλλης εποχής, έτσι όπως τις ανακαλεί στη µνήµη της και τις αφηγείται µια ενήλικη πια γυναίκα, που νοσταλγεί το ευτυχισµένο εκείνο οικογενειακό παρελθόν.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ   ΚΕΝΤΡΑ
Η χαρά και η γλυκιά ανάµνηση της ξένοιαστης εφηβικής ζωής
Οικογενειακές σχέσεις και προβλήµατα

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Οι τρεις αδερφές που περιγράφει στο µυθιστόρηµα της η Λυµπεράκη βρίσκονται στο μεταβατικό στάδιο ανάµεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση. ∆ιανύουν µάλιστα το δύσκολο στάδιο της εφηβείας βιώνοντας το σοβαρό οικογενειακό πρόβληµα του χωρισµού των γονιών τους. Ωστόσο οι καλοκαιρινές διακοπές τους και, συγκεκριµένα στο απόσπασµα, οι εκδροµές µε τον πατέρα και το θείο τους τις Κυριακές στη θάλασσα αποτελούν ανέµελες, ξένοιαστες στιγµές, µακριά από τα προβλήµατα της καθηµερινότητας. Ο ευρύτερος οικογενειακός χώρος, ο θείος και τα ξαδέρφια, συµµετέχει άµεσα στη ζωή των τριών αδερφών, έτσι όπως συνέβαινε γενικότερα στις οικογένειες των µεταπολεµικών χρόνων. Το κύριο ενδιαφέρον στο µυθιστόρηµα της Λυµπεράκη έγκειται στο γεγονός ότι η σκοπιά της αφήγησης κινείται ανάµεσα στην ξένοιαστη έφηβη που ζει και την ώριµη γυναίκα που θυµάται και νοσταλγεί. Επικρατεί η ημερολογιακού[1] τύπου αφήγηση των αναμνήσεων μιας αυτής της ενήλικης γυναίκας από ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές του παρελθόντος.

Η σχέση των κοριτσιών με τον πατέρα τους
Η Κατερίνα (η αφηγήτρια), μιλώντας για τις αιτίες που οδήγησαν τους γονείς της στο χωρισμό, κάνει λόγο για τις απιστίες του πατέρα. Όταν ήταν μικρή, αναρωτιόταν πώς ένας άνθρωπος αγνός σαν τον πατέρα μπορούσε να κάνει απιστία, ενώ στα δεκαέξι της αντιμετωπίζει το θέμα αυτό με κατανόηση. Από τον προβληματισμό της καταλαβαίνουμε ότι το διαζύγιο δεν τραυμάτισε την εικόνα του πατέρα και τα κορίτσια δεν απομακρύνθηκαν συναισθηματικά από αυτόν. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι οι Κυριακές που περνούσαν στη θάλασσα με τον πατέρα τους ήταν από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις τους: Εκείνες οι Κυριακές θα μείνουν μέσα μου ατόφιες, έτσι όπως τις έζησα. Καμιά τους λεπτομέρεια δε θα λησμονηθεί.
-           Εξάλλου, πίσω από την περιγραφή (ο πατέρας ήταν λίγο σαν παιδί που παίζει με τα βότσαλα και αγνοούσε κι αυτός την κακία του κόσμου) κρύβεται η διάθεση του παιδιού (της ηρωίδας) να βάλει σε σωστές διαστάσεις το γονιό του, χωρίς αυτό να μειώνει την αγάπη και την τρυφερότητα που αισθάνεται γι’ αυτόν. Την ίδια διάθεση δείχνουν και τα πειράγματα της Ινφάντας στον πατέρα (πείραζε τον πατέρα).

Γλώσσα
Η γλώσσα του αποσπάσματος είναι απλή και σε πολλά σημεία εμπλουτισμένη με γραμματικούς τύπους της καθομιλουμένης της υπαίθρου, κυρίως ουσιαστικά (της σκόλης, μορτόπαιδο, τάμα, μερμήγκια), ρήματα (ζούσανε, λέγανε, γίνουνται, συμβαίναν, μοιάζανε, αντικρίζανε, περνούσανε, κρεμούσανε, λέγαν, δε λέγαν, παίρναν, λευτερωθείς), επίθετα (άγγιχτα, γιομάτη, παιδιάτικο), αντωνυμίες (μεις), μετοχές (μελλούμενα) τύποι που εξυπηρετούν απόλυτα την πρόθεση της συγγραφέως να τονίσει την άμεση σχέση του καλοκαιρινού τοπίου με τις ενδείξεις ωρίμανσης των εφήβων.
Η συγγραφέας δεν επιθυμεί να κάνει λεπτομερειακή ψυχανάλυση των χαρακτήρων της, αλλά να εκφράσει τον ψυχισμό τους με τη σύντομη μα περιεκτικότατη διατύπωση σε συνδυασμό με τις πλούσιες εικόνες που την αξιοποιούν.
Ακολουθεί το σχετικό με το απόσπασμα που περιέχεται στο βιβλίο της Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου, κομμάτι της τηλεοπτικής μεταφοράς του βιβλίου της Μ. Λυμπεράκη.

Μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω και το υπέροχο τραγούδι με το οποίο ξεκινά η ταινία Μαγική πόλη , η οποία βασίστηκε στο σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη.
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις . Ερμηνευτής Βασιλης Λέκκας. Μια πόλη Μαγική

[1] Με τον όρο «ημερολόγιο» εννοούμε ένα κείμενο με προσωπικό χαρακτήρα. Σ’ αυτό γίνεται συστηματική καταγραφή από ένα άτομο των πιο σημαντικών γεγονότων της προσωπικής του ζωής και ενδεχομένως και της δημόσιας ζωής της εποχής του.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

"Από δόξα και θάνατο"



Μέλπω Αξιώτη                       «Από δόξα και θάνατο»

Μέλπω Αξιώτη
Η Μέλπω Αξιώτη (Αθήνα 1903-1975) γεννήθηκε από γονείς Μυκονιάτες  σπούδασε στη Σχολή Ουρσουλινών της Τήνου και έζησε κατά καιρούς στο Παρίσι, στο Βερολίνο και στη Βαρσοβία. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Δύσκολες Νύχτες (1938), ένα έργο που προξένησε εντύπωση, γιατί δεν ακολουθούσε το συνηθισμένο τρόπο γραφής ούτε στο περιεχόμενο ούτε στην τεχνική. Η Αξιώτη χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, που τη συνιστούν η εκφραστική τόλμη, ο πληθωρικός λόγος, η απουσία αυστηρής δομής. Τα πεζογραφήματα της δεν έχουν υπόθεση, τα γεγονότα παρουσιάζονται ασύνδετα και ανάμεσα τους παρεμβάλλεται πάντα η συγγραφέας. Γενικά το σύνολο του πεζογραφικού και ποιητικού της έργου κρίνεται αξιόλογο.
-    Έργα. Δύσκολες Νύχτες (1938), μυθιστόρημα - Σύμπτωση (1939), ποιητική συλλογή - Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; (1940), μυθιστόρημα - Εικοστός αιώνας (1946), μυθιστόρημα - Θαλασσινά (1961), ποιητική σύνθεση - Το σπίτι μου (1965), αφήγημα προσωπικών αναμνήσεων- Η Κάδμω (1972), πεζογράφημα κ.ά.

ΣΤΟΧΟΣ
Να γίνει αντιληπτό ότι η γερµανική Κατοχή ήταν µια περίοδος σκληρών δοκιµασιών για τον ελληνικό λαό, αλλά και µια εποχή που ανέδειξε το κουράγιο του λαού και την αντίσταση του στον κατακτητή, ακόµα κι όταν το τίµηµα της αντίστασης ήταν ο θάνατος.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ   ΚΕΝΤΡΑ
Κατοχή. ∆οκιµασίες (πείνα και βία) και Αντίσταση
Λαϊκό αίσθηµα και αγωνιστική ενότητα Αντιστασιακό πνεύµα

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Πείνα -Συσσίτιο την περίοδο της Κατοχής
Το απόσπασµα προέρχεται από το µυθιστόρηµα Εικοστός αιώνας, το οποίο έγραψε η Αξιώτη από τον Οκτώβρη ως το Νοέµβρη 1946, λίγους µήνες πριν η συγγραφέας υποχρεωθεί να φύγει από την πατρίδα της και να καταφύγει στη Γαλλία.
Επειδή από το απόσπασμα όπως κι από ολόκληρο το βιβλίο απουσιάζει η αυστηρή χρονική δομή είναι χρήσιμη η παρουσίαση των γεγονότων χωρίς χρονικές μεταπηδήσεις στο παρελθόν ή στο μέλλον:
α. Το συσσίτιο των ανθρώπων του πνεύματος (Φεβρουάριος του 1943)
β. Η πρώτη κατοχική διαδήλωση (Μάρτιος του 1943)
γ. Το συναπάντημα της Πολυξένης με το στρατηγό (η ώρα της επιστροφής της Πολυξένης στο σπίτι της μετά τη διαδήλωση)
δ. Η σύλληψη και η ανάκριση της Πολυξένης (μετά τη διαδήλωση* δε διευκρινίζεται πόσος χρόνος έχει περάσει από αυτήν)
ε. Αναπόληση των γεγονότων από τη φυλακή (μετά τη σύλληψη και την ανάκριση της Πολυξένης)
στ. Η φύλαξη του αντιστασιακού τύπου στον κόρφο της Πολυξένης (τρία χρόνια μετά τη διαδήλωση και αφού έχει μεσολαβήσει η σύλληψη και η φυλάκιση της° αυτό το χρονικό επίπεδο ξεφεύγει από τα όρια της αναδρομικής αφήγησης.
Στο απόσπασµα η ηρωίδα της Πολυξένη ανακαλεί στη µνήµη της από τη φυλακή, όπου βρίσκεται λόγω της αντιστασιακής της δράσης (µοίραζε παράνοµο Τύπο), δύο κρίσιµες στιγµές της γερµανικής Κατοχής στην Αθήνα, µια ταπεινή και µια ηρωική στιγµή. Η πρώτη στιγµή είναι η διανοµή συσσιτίου στους καλλιτέχνες. Η συγγραφέας, µέσω της ηρωίδας της, φαίνεται να αντικρίζει µε ειρωνική µατιά τους καλλιτέχνες: οι εκφραστές του πνεύµατος, µέχρι χτες απόµακροι κι ακατάδεκτοι, εξουθενωµένοι τώρα από την πείνα, υποκύπτουν και αυτοί στις πιεστικές επιταγές του σώματος, καθώς αναγκάζονται να στοιβαχτούν και να διαµαρτυρηθούν για να πάρουν, ταπεινωµένοι, το ελάχιστο φαγητό του συσσιτίου.
Αναφορές στην πείνα και τα προβλήματα της Κατοχής, μέσα από τη μουσική του Χρήστου Λεοντή και τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, γίνεται στο παρακάτω τραγούδι, το οποίο προέρχεται από τη συλλογή τραγουδιών "Καταχνιά".

Διαδηλωτές διασπούν τον αστυνομικό κλοιό
Η δεύτερη στιγµή είναι µια αντικατοχική διαδήλωση που αφήνει πίσω της αρκετούς νεκρούς. Το φρόνηµα ωστόσο του κόσµου που συµµετέχει στη διαδήλωση είναι σθεναρό και η αίσθηση της συναδέλφωσης ισχυρή. Η συγγραφέας, διαµέσου της ηρωίδας της, τονίζει την ταξική σύσταση της διαδήλωσης. Αυτοί που συµµετέχουν, αδιαφορώντας ακόµα και για τη ζωή τους και παρασυρµένοι από τον εθνικό ενθουσιασµό, είναι άνθρωποι προερχόµενοι από τα λαϊκά στρώµατα και άνθρωποι που έχουν ζωντανές µνήµες από παλαιότερους εθνικούς αγώνες, όπως η µικρασιατική εκστρατεία. Είναι ενδιαφέρον ότι ένας συγγραφέας µε διαφορετική ιδεολογική συγκρότηση από εκείνη της Αξιώτη, ο Οδυσσέας Ελύτης, περιγράφει µε ανάλογο τρόπο την κοινωνική σύσταση των συµµετεχόντων σε µια αντικατοχική διαδήλωση: «οι νέοι µε τα πρησµένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωµένοι µε τον επίδεσµο και τα δεκανίκια» («Η µεγάλη έξοδος», Το Άξιον Εστί). Το απόσπασµα καταλήγει µε την περιγραφή µιας σκηνής (η τυχαία συνάντηση της Πολυξένης µε ένα στρατηγό), η οποία λειτουργεί ως προµήνυµα του εµφυλίου, που ακολούθησε την απελευθέρωση (Βλέπε και παρακάτω σχόλια).

Το συναπάντημα με το στρατηγό
  Επιστρέφοντας στο σπίτι της μετά τη διαδήλωση η Πολυξένη συνάντησε τυχαία ένα στρατηγό και αυτό το περιστατικό περιγράφεται με λιτότητα αλλά και με ελαφρά ε ι ρ ω ν ε ί α ο στρατηγός ήταν «μεγάλος» και έβγαλε περίπατο τους τρεις σκύλους του, περπατώντας μάλιστα μαζί τους, σαν να ήταν στρατιωτικό άγημα (μπρος αυτός, πίσω εκείνοι).
  Αμέσως στο μυαλό του αναγνώστη προβάλλει η αντίθεση: από τη μια οι άνθρωποι της λαϊκής τάξης και της φτωχολογιάς, που διαδηλώνουν για λευτεριά και σκοτώνονται, καθώς και η Πολυξένη με τα δυο τρύπια μάτια της από δόξα και θάνατο και από την άλλη ένας άνθρωπος που είχε στο παρελθόν ως επάγγελμα και υπέρτατο καθήκον την προάσπιση της εθνικής ελευθερίας, αμέριμνος και απαθής για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα του, κάνει βόλτα αναψυχής με τους σκύλους του μέσα στη λιακάδα. Από τη μια οι άνθρωποι του πνεύματος που στήνονται πεινασμένοι σαν ζητιάνοι ώρες ολόκληρες στην ουρά για ένα τενεκεδάκι φτωχικό συσσίτιο και από την άλλη ο «μεγάλος» στρατηγός, που του περισσεύει φαγητό για να ταΐσει όχι μόνο έναν αλλά τρεις σκύλους.
  Με το σχόλιο κι είδε την πρώτη απόσταση της εποχής που χώριζε τους εχθρούς απ' τους φίλους δίνει το συμβολισμό της εικόνας του στρατηγού, ο οποίος ανήκει στους Έλληνες που καλοπερνούσαν τον καιρό της Κατοχής (άγνωστο με ποια μέσα) και εκπροσωπεί το στρατιωτικό κατεστημένο, που θα πρωτοστατήσει ως επικεφαλής της παράταξης, η οποία θα αντιταχτεί στους ένοπλους αγώνες της λαϊκής τάξης. Η αναφορά λοιπόν του στρατηγού αποτελεί προμήνυμα ή προφητεία για το χωρισμό των Ελλήνων σε «εχθρούς» και «φίλους» και τον αλληλοσπαραγμό τους κατά τον Εμφύλιο, ο οποίος επίκειται ή αρχίζει όταν η συγγραφέας γράφει αυτές τις γραμμές (ο Εμφύλιος άρχισε το 1946, την ίδια χρονιά κατά την οποία εκδόθηκε το βιβλίο στο οποίο ανήκει το απόσπασμα).