Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΠΟΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

««ΚΑΠΟΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ»  Γρηγόριου Ξενόπουλου

-       Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (Κωνσταντινούπολη 1867 - Αθήνα 1951), πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός, συνέβαλε στην ανανέωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας και του θεάτρου κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο (στον τόπο της καταγωγής του) όπου η επτανησιακή παράδοση και παιδεία σφράγισαν αποφασιστικά τη μελλοντική συγγραφική του παραγωγή. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (στην οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα), ασχολήθηκε όμως αποκλειστικά με τη λογοτεχνία και αναδείχτηκε σε μιαν από τις πιο σημαντικές πνευματικές μορφές στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.
-       Αποκλειστικά πεζογράφος, με πλούσια παραγωγή σε όλα τα είδη του έντεχνου πεζού λόγου (διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, χρονογράφημα), ο Ξενόπουλος δίνει ένα έργο εντυπωσιακό σε ποσότητα, πολλές φορές όμως ποιοτικά άνισο και με πολλές αδύναμες πλευρές. Αφοσιώνεται περισσότερο στο μυθιστόρημα και στο θέατρο και είναι ο πρώτος που γράφει αστικό μυθιστόρημα, καθώς στρέφεται προς το σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και οι ήρωες του είναι εκπρόσωποι του αστικού βίου της Αθήνας και της Ζακύνθου παράλληλα θεωρείται ο ανανεωτής του νεοελληνικού θεάτρου, στο οποίο αφιέρωσε το μεγαλύτερο ίσως μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας.
- Μεγάλη υπήρξε η προσφορά του στα παιδιά από τις στήλες του περιοδικού Διάπλασις των Παίδων, που το διηύθυνε για πενήντα ολόκληρα χρόνια (βλέπε και παρακάτω)
-           Τα γνωστότερα έργα του. Πεζογραφήματα: Μαργαρίτα Στέφα (1893), νουβέλα - Ο Κόκκινος βράχος, νουβέλα - Τερέζα Βάρμα Δακόστα, ψυχολογικό κοινωνικό ρομάντζο. Έγραψε και διηγήματα {Καμπάνες — Η γάτα τον παπά — Το ζακυνθινό μαντίλι κ.ά.). θεατρικά: Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας (1905), το αρτιότερο ίσως έργο του — Στέλλα Βιολάντη, δράμα — Ο πειρασμός, κωμωδία - Το φιόρε του Λεβάντε - Οι φοιτηταί- Ο Ποπολάρος (1933).
ΣΤΟΧΟΣ
Να φανεί ο προσδιοριστικός ρόλος που έχει η τοπική παράδοση στον τρόπο ζωής και ότι οι άνθρωποι απομακρύνονται από αυτές τις παραδόσεις , όταν ζουν μόνιμα σε άλλο τόπο.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ  ΚΕΝΤΡΑ
Θρησκευτική γιορτή
Τοπικά έθιµα και πατροπαράδοτες συνήθειες
Εσωτερική µετανάστευση και συναισθηµατικοί δεσµοί µε την ιδιαίτερη πατρίδα
Ζάκυνθος
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Από το 1896 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ανέλαβε το µεγαλύτερο µέρος της έκδοσης του µακροβιότερου και γνωστότερου περιοδικού για παιδιά Η ∆ιάπλασις των παίδων, κατά τη δεύτερη περίοδο κυκλοφορίας του. Από τότε η πενηντάχρονη ενασχόληση του µε το περιοδικό λειτούργησε σε µεγάλο βαθµό ως δηµιουργική πρόκληση για το συγγραφέα, ο οποίος ανανέωσε την ύλη και εµπλούτισε το περιοδικό µε νέες στήλες, µε πιο αντιπροσωπευτική τη µόνιµη στήλη «Αθηναϊκές επιστολές[1]» που έγραφε ο ίδιος µε την υπογραφή «Σας ασπάζοµαι, Φαίδων». Οι επιστολές αυτές αποτελούσαν ένα πρωτότυπο είδος χρονογραφήµατος[2]-σχολίου για παιδιά και νέους, µε προσωπικό ύφος και µε ιδιαίτερα αφηγηµατικά χαρακτηριστικά.
Το επιστολικό ύφος του Ξενόπουλου έχει σε µεγάλο βαθµό λογοτεχνικό χαρακτήρα. Ο επικοινωνιακός του λόγος διακρίνεται για τη γλωσσική απλότητα (αν και χρονολογείται το έτος 1925), τον κουβεντιαστό τόνο, τη συναισθηµατική αµεσότητα, τον αστείο χαρακτήρα.
Το κείμενο παρουσιάζει έντονα λαογραφικά χαρακτηριστικά  και αναφορές σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης (χριστουγεννιάτικα έθιμα), σε συνδυασµό µε τις συνήθειες της παραδοσιακής οικογένειας του περασμένου αιώνα.
Από την άλλη µπορεί να εξεταστεί η συναισθηµατική σχέση που διαµορφώνει κάθε εποχή το άτοµο µε τον τόπο, τους κοινωνικούς θεσµούς, τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του, παράγοντες οι οποίοι δεν είναι στατικοί, εξελίσσονται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και επηρεάζουν σηµαντικά την προσωπικότητα του ατόµου αλλά και την ευρύτερη φυσιογνωµία ενός κοινωνικού συνόλου. Το προηγούμενο το αντιλαμβανόμαστε καλύτερα όταν το συσχετίσουμε με τα φαινόµενα της εσωτερικής µετανάστευσης και του αστικού τρόπου ζωής, τα οποία, αν και την εποχή του Ξενόπουλου είχαν ακόµη µικρές διαστάσεις, συνέβαλαν σηµαντικά στη συνέχεια στην αλλαγή των ηθών, στην εγκατάλειψη της παράδοσης, στη συναισθηµατική αποξένωση και στην κοινωνική αλλοτρίωση των ανθρώπων.
Ζακυνθινή κουλούρα
Ο Ξενόπουλος, συναισθηματικά αποξενωμένος από τον τόπο του (αφού πλέον ζεί για πολλά χρόνια μακριά από τη Ζάκυνθο) και τα πατροπαράδοτα έθιμα και κοινωνικά αλλοτριωμένος, (ζει σ΄ ένα μεγάλο αστικό κέντρο επειδή εκεί βρήκε εργασία) οδηγείται στη ρεαλιστική διαπίστωση ότι κάθε πράμα ταιριάζει στον τόπο τον και επομένως, για να προτιμάει κανείς τη ζακυνθινή κουλούρα, πρέπει να 'ναι Ζακυθινός και να μένει στη Ζάκυθο. Συνειδητοποίησε λοιπόν ότι ο ρόλος της νοσταλγίας είναι καθοριστικός για την ωραιοποίηση των καταστάσεων και ότι το συναίσθημα είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει σε υποκειμενικές εξιδανικεύσεις[3]. Και για να ενισχύσει αυτή την άποψη, παραλληλίζει την κουλούρα με το μέλανα ζωμό των Σπαρτιατών επιστρατεύοντας μάλιστα και ένα σχετικό «ιστορικό ανέκδοτο». Το μέλανα ζωμό λοιπόν οι Σπαρτιάτες τον είχαν για το καλύτερο φαγητό του κόσμου. Και αυτό, επειδή απλώς ήταν Σπαρτιάτες, ζούσαν στη Σπάρτη και ήταν συναισθηματικά δεμένοι με τις συνήθειες του τόπου τους» Ο δε μέλανας ζωμός ήταν γι' αυτούς ό,τι και η ζακυνθινή κουλούρα για τους Ζακυνθινούς: η παράδοση τους, η ιστορία τους, η ταυτότητα τους. Και αν ένας Σπαρτιάτης, έχοντας εγκλιματιστεί στον πολιτισμό ενός άλλου τόπου, επέστρεφε στην πατρίδα του ύστερα από πολύχρονη απουσία και ξαναδοκίμαζε μέλανα ζωμό, είναι πιθανό ότι θα εκφραζόταν αρνητικά γι’αυτόν.




[1] Επιστολή (με την καθημερινή σημασία της λέξης: «γράμμα») είναι ένα κείμενο με ιδιωτικό ή προσωπικό χαρακτήρα, που το γράφει κάποιος (ο αποστολέας) και το στέλνει με κάποια ειδική υπηρεσία σε έναν ή σε περισσότερους παραλήπτες, στους οποίους δίνει κάποιες πληροφορίες, οδηγίες, ευχές κτλ. Η επιστολή αποτελείται από κάποια μέρη, που είναι: η ημερομηνία, η προσφώνηση, το κύριο σώμα της και η επιφώνηση μαζί με το όνομα του αποστολέα (τα μέρη αυτά είναι ευδιάκριτα και στην επιστολή του σχολικού βιβλίου).
[2] Το χρονογράφημα είναι ένα είδος του πεζού λόγου που στην Ελλάδα καλλιεργήθηκε κυρίως από τις στήλες του ημερήσιου τύπου. Στα μεταπολεμικά π.χ. χρόνια, οι μεγάλες ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες είχαν καθιερώσει μόνιμες στήλες καθημερινού χρονογραφήματος. Στην εφημερίδα Τα Νέα έγραφε ο Δημήτρης Ψαθάς, στην εφημερίδα Το Βήμα ο Π. Παλαιολόγος και στην εφημερίδα Η Καθημερινή η Ελένη Βλάχου.
Το χρονογράφημα είναι ένα ιδιότυπο (με το δικό του ξεχωριστό τύπο) δημοσιογραφικό κείμενο με δοκιμιακό χαρακτήρα και με λογοτεχνική χροιά, που σχολιάζει επίκαιρα πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα με ανάλαφρο και εύθυμο τρόπο. Είναι πάντα σύντομο και τα θέματα του τα αντλεί από την τρέχουσα κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα. Ασχολείται, δηλαδή, και σχολιάζει θέματα της άμεσης επικαιρότητας. Αυτός, ακριβώς, ο επικαιρικός χαρακτήρας καθιστά το χρονογράφημα ένα είδος εφήμερης «λογοτεχνικής» γραφής, που δεν έχει διαρκές αναγνωστικό ενδιαφέρον. Πάντως, το χρονογράφημα, δεν παύει να αποτυπώνει έντονα και χαρακτηριστικά το ιδιαίτερο χρώμα της εποχής του.
Το χρονογράφημα δε μπορεί να θεωρηθεί εύκολο είδος λόγου. Προϋποθέτει από το συγγραφέα του το χάρισμα της συντομίας και της περιεκτικότητας και παράλληλα απαιτεί αμεσότητα, ευθυβολία και ποιότητα λόγου η οποία αναλύεται σε άμεση και άνετη ανάγνωση
[Το δοκίμιο είναι ένα ιδιότυπο γραμματειακό είδος, που βρίσκεται ανάμεσα στα καθαρώς λογοτεχνικά κείμενα και στις σύντομες μελέτες. Σ' αυτό ο συγγραφέας πραγματεύεται συνήθως ένα θέμα (κοινωνικό, φιλοσοφικό, επιστημονικό κτλ.), που το εξετάζει στις πιο βασικές του πλευρές, εκφράζοντας τις προσωπικές του θέσεις.].
[3] Δηλαδή η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα και τον τρόπο ζωής του παρελθόντος, βασίζεται σε αναμνήσεις της παιδικής κυρίως ηλικίας, οι οποίες μένουν στη μνήμη με μια τάση ωραιοποίησης της πραγματικότητας και διατηρούν τη συναισθηματική σύνδεση με το συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Ενότητα 7η Ενας στοργικός ηγέτης

Ξενοφώντας
Ο Αγησίλαος είναι ένα από τα έργα του Ξενοφώντα.
Πρόκειται για εγκώμιο, που ως φιλολογικό είδος είναι «σημείο της εποχής» του 4ου αι. π.Χ. και στο οποίο περιγράφεται η προσωπικότητα του Σπαρτιάτη βασιλιά και στρατηγού.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ



Δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς[1]
«Θέλω να πα στην ξενιτιά», «Ξενιτεμένο μου πουλί»

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Αποδηµία - µετανάστευση: αίτια οικονοµικά, πολιτικά κ.λπ.
Χωρισµός από τα οικεία πρόσωπα. Κοινωνικές συνέπειες
Ζωή του ξενιτεµένου, ζωή αυτού που µένει πίσω. Προσωπικά βιώµατα και συναισθήµατα

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
. Η ξενιτιά γενικά[2]
 Η αποδημία, δηλαδή η απομάκρυνση κάποιων ανθρώπων από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και η μόνιμη ή για μεγάλο χρονικό διάστημα εγκατάσταση τους σε ξένο τόπο, οφείλεται σε κάποιες συνθήκες ιστορικές, πολιτικές ή κοινωνικές. Ο κυριότερος όμως λόγος που αναγκάζει τους ανθρώπους να ξενιτεύονται είναι οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες της πατρίδας τους και γι' αυτό φεύγουν για τη βελτίωση των οικονομικών τους και για καλύτερες συνθήκες ζωής. Αυτοί είναι οι οικονομικοί μετανάστες. Πέρα από αυτούς υπάρχουν και εκείνοι που εκπατρίζονται, που εκδιώκονται ή φεύγουν από την πατρίδα τους για λόγους πολιτικούς, και κυρίως οι πρόσφυγες, δηλαδή οι πληθυσμοί που αναγκάζονται για λόγους δικούς τους ή εξαναγκάζονται από κάποιο φορέα εξουσίας να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ή τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους και να καταφύγουν σε μια ξένη χώρα ή στη χώρα της εθνικής τους προέλευσης (όπως, για παράδειγμα, οι Έλληνες πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μ. Ασία το 1922 ή οι νεοπρόσφυγες Έλληνες Πόντιοι που ήρθαν τελευταία στην Ελλάδα από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης).
Τα δηµοτικά τραγούδια της ξενιτιάς αποτυπώνουν καταστάσεις από τη ζωή των απλών ανθρώπων που φεύγουν από την πατρίδα τους για να βρουν καλύτερη τύχη σε µια άλλη, ισχυρότερη οικονοµικά χώρα. Εδώ πρέπει να επισηµανθεί ότι η εµπειρία του ξενιτεµένου µετανάστη δεν αφορούσε τόσο τα σηµερινά ελληνόπουλα, αφού δεν υπήρχε πριν μερικά χρόνια (γιατί τώρα δυστυχώς επανεμφανίζεται) στη χώρα µας µεταναστευτικό ρεύµα. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονο ρεύµα εισόδου άλλων, Βαλκάνιων κυρίως µεταναστών, στη χώρα µας. Ωστόσο, αυτή η κοινωνική µορφή ζωής, δηλαδή ο ξενιτεµός, υπήρξε µακρόχρονη ελληνική εµπειρία, της οποίας τα οικονοµικά και κοινωνικά αποτελέσµατα υπήρξαν θετικά για τη χώρα µας.
Τα τραγούδια της ξενιτιάς φανερώνουν τα αισθήµατα αγάπης που συνδέουν τον ξενιτεµένο µε την οικογένεια και την πατρίδα του. Εκφράζουν τόσο τη νοσταλγία αυτού που έφυγε όσο και την πίκρα αυτού που έµεινε. Τα επιλεγμένα τραγούδια παρουσιάζουν αυτές τις δύο εκδοχές του πόνου που προκαλεί ο ξενιτεµός του αγαπηµένου προσώπου.
Στο πρώτο τραγούδι διακρίνονται δύο νοηµατικές ενότητες. Στην πρώτη (στίχοι 1-8), ο ξενιτεµένος αφηγείται πώς η ξενιτιά τον πλάνεψε µε τις χάρες της και τον κράτησε τριάντα χρόνια κοντά της, και ο ίδιος, αδύναµος να αντισταθεί στη δύναµή της, την παρακαλεί να µην του προκαλέσει αρρώστια. Η περιγραφή των ανα­γκών που έχει ο άρρωστος προβάλλει έµµεσα το γεγονός ότι ως ξένος στερήθηκε τη στοργή, την αγάπη και τη φροντίδα µακριά από την πατρίδα του. Στη δεύτερη ενότητα αυτός που μιλά είναι ένας ανεξάρτητος αφηγητής ο οποίος περιγράφει το δράµα του άρρωστου ξενιτεµένου και την κορύφωση της νοσταλγίας του τελευταίου - η νοσταλγία εκφράζεται µέσα από την επιθυµία του για το νερό και τους καρπούς της πατρικής γης (µήλα και σταφύλια). Ίσως πιστεύει ότι αυτά θα είχαν τη δύναµη να τον κρατήσουν στη ζωή[3].
Πρέπει να επισημανθεί επίσης η αντίδραση-συμμετοχή της γης (φύσης) στον αναστεναγµό του ετοιµοθάνατου ξενιτεµένου και να τονιστεί η αµεσότητα και η ζωντάνια που επιτυγχάνεται (για τον ακροατή-αναγνώστη) µε τη διατύπωση από τον ίδιο τον ξενιτεµένο της τελευταίας του επιθυµίας.
Στο δεύτερο τραγούδι παρουσιάζεται η γυναικεία µορφή που µένει πίσω και βιώνει τα αισθήµατα θλίψης και στέρησης που της προκαλεί ο ξενιτεµός του αγαπηµένου προσώπου.  Είναι η µητέρα ή η σύζυγος που µιλά; Η εικόνα των γυναικών που ταχταρίζουν τα νεογέννητα (στίχοι 11-12) µπορεί να σηµαίνει ότι το πρόσωπο που µιλά είναι µια νιόπαντρη γυναίκα της οποίας ο άντρας ξενιτεύτηκε προτού αποκτήσουν παιδιά.
Το τραγούδι αναπτύσσεται σε δύο στροφικές ενότητες µε σχετικά ανεξάρτητο περιεχόµενο. Στην πρώτη (στίχοι 1-8) η γυναίκα εκφράζει την αδυναµία της να προσφέρει δείγµατα αγάπης προς τον αγαπηµένο της, γιατί η απόσταση από τη µια και η µεγάλη της θλίψη από την άλλη εµποδίζουν την επικοινωνία. Η ενότητα δοµείται πάνω στα σχήµατα της αντίθεσης (θέση: «να στείλω» / άρση: «σέπεται» κ.λπ.) και της επανάληψης («να στείλω», «αν στείλω» κ.λπ.), που αποτελούν τυπικά γνωρίσµατα των δηµοτικών τραγουδιών.
Στη δεύτερη στροφική ενότητα (στίχοι 9-14) περιγράφεται η συναισθηµατική κατάσταση της γυναίκας που µένει πίσω και στερείται όλες τις απλές χαρές της ζωής που η παρουσία του άντρα της θα της πρόσφερε. Ο βουβός και κρατηµένος στο εσωτερικό του σπιτιού πόνος δίνει µια τραγική διάσταση στο κοινωνικό πρόβληµα της αποδηµίας.
Γλωσσικές παρατηρήσεις. Ένα βασικό χαρακτηριστικό των δηµοτικών τραγουδιών είναι η εκφραστική λιτότητα. Δηλαδή στα δύο τραγούδια χρησιμοποιείται καθαρή η γλώσσα του ελληνικού λαού όπως αυτός τη μιλάει.
Ο λόγος είναι παρατακτικός με κύριες προτάσεις (και στα δύο τραγούδια υπάρχουν ελάχιστες δευτερεύουσες προτάσεις). Στα εξεταζόµενα τραγούδια η λιτότητα προκύπτει από την απουσία πολλών σχηµάτων λόγου ή επιθέτων, από την κυριαρχία των ρηµατικών τύπων κ.λπ. Τέλος η εναλλαγή πρωτοπρόσωπης-τριτοπρόσωπης αφήγησης στο πρώτο τραγούδι και η χρήση των άστοχων ερωτηµάτων στο δεύτερο ως στοιχείων που δίνουν ζωντάνια, αµεσότητα και γοργούς ρυθµούς στην αφήγηση.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ   ΚΕΙΜΕΝΟ ∆ωδεκανησιακό τραγούδι: «Τζιβαέρι[4]»
Η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι µου, το µοσχολούλουδό µου,
εγώ ήµουνα που το ’στειλα, τζιβαέρι µου, µε θέληµα δικό µου.
Σιγανά πατώ στη γη, σιγανά και ταπεινά.
Ανάθεµα σε ξενιτιά, τζιβαέρι µου, και συ και το καλό σου
που πήρες το παιδάκι µου, τζιβαέρι µου, και το ’κανες δικό σου.
Σιγανά πατώ στη γη, σιγανά και ταπεινά.



[1] Aποτελούν μια από τις πιο εκφραστικές κατηγορίες των δημοτικών τραγουδιών, επειδή διεκτραγωδούν τη σχεδόν πάντα συνεχή έξοδο του ελληνικού λαού από την επικράτεια του ελληνικού χώρου προς το εξωτερικό, [εκείνη την εποχή κυρίως προς τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες (Bλαχία)] προκειμένου να λύσει το πρόβλημα της επιβίωσής του με την εξωτερική μετανάστευση.
O λαογράφος Nικόλαος Πολίτης έβαλε ως απόφθεγμα στην ομάδα των τραγουδιών της ξενιτιάς ένα στίχο από το λαϊκό ποίημα Περί ξενιτείας: «H ξενιτειά και ο θάνατος αδέλφια λογούνται», φράση η οποία υποδηλώνει και τη γενικότερη σχέση ανάμεσα στα τραγούδια της ξενιτιάς και τα τραγούδια του θανάτου.
[2] Βλέπε και Σημειώσεις Νεοελληνικών Κειμένων Α Γυμνασίου, σελ. 34-35
[3] Αξίζει να επισημάνουμε ότι το νερό και τα φρούτα λειτουργούν ως σύµβολα της πατρικής γης, της οικογενειακής εστίας και των αγαπηµένων προσώπων που έχει ουσιαστικά ανάγκη ο άρρωστος ξενιτεµένος.
[4] τζιβαέρι (τζοβαίρι) =πολύτιμος λίθος, κόσμημα, στολίδι= η φράση σημαίνει «θησαυρέ μου»

 Ακολουθουν μουσικές και στιχουργικές παραλλαγές του δεύτερου δημοτικού τραγουδιού ("Ξενιτεμένο μου πουλί")




Ακούστε και το τζιβαέρι από τη Δομνα Σαμίου

Το τραγούδι του μήνα (ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012)

The Dance of Vartan
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Από την ταινία "America America" (1963) του Elias Kazan

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η κυρία Νίτσα



«Η κυρία Νίτσα»
Το κείμενο είναι διήγημα, ένα από τα Ανέκδοτα νεανικά κείμενα (1985)» Ο συγγραφέας το έγραψε το 1928 σε ηλικία είκοσι ετών και είναι το έργο με το οποίο ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα. Παρακάτω επισημαίνονται τα βασικότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των διηγημάτων.

Το διήγημα. Ο όρος διήγημα αποδίδεται σε ένα συγκεκριμένο είδος του πεζού λόγου με ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα ακόλουθα:
-Ο μύθος (η ιστορία) περιστρέφεται συνήθως γύρω από ένα κύριο γεγονός σημαντικό για τη ζωή του κεντρικού ήρωα, του πρωταγωνιστή δηλαδή του διηγήματος, του οποίου δίνεται μια πλήρης ηθογράφηση[1] και ψυχογραφία (περιγραφή της προσωπικότητάς του).
-Περιέχει και μερικά άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα και επεισόδια, τα οποία έχουν ως βασικό στόχο να φωτίσουν το βασικό γεγονός ή να συμπληρώσουν την ψυχογραφία του πρωταγωνιστή,
- Έχει ενότητα υπόθεσης: όλα τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες έχουν άμεση σχέση με το κύριο γεγονός και ξετυλίγονται βαθμιαία, ώστε το ενδιαφέρον του αναγνώστη να παραμένει αμείωτο ως το τέλος.
-Έχει αρχιτεκτονική διάρθρωση και ακολουθεί ως προς τη δομή το σχήμα: πλοκή - δέση - κορύφωση-λύση»
- Έχει ενότητα τόπου και χρόνου, δηλαδή τα γεγονότα αποτελούν ενιαίο σύνολο, έστω και αν τοποθετούνται σε διαφορετικούς τόπους ή ξετυλίγονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
- Συνδυάζει την αφήγηση (χρονολογική ή αναδρομική), την περιγραφή, το διάλογο (και το μονόλογο).
-Έχει κάποιο σκοπό, τον οποίο ο συγγραφέας δεν εκφράζει καθαρά, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να τον συλλάβει.

Ενδεικτικές πληροφορίες για το συγγραφέα.
Ο Μ. Καραγάτσης (Αθήνα 1908-1960) —φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Ροδόπουλου— είναι διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Αθήνας και του Παρισιού, όμως δε δικηγόρησε ποτέ, γιατί μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη λογοτεχνία.
  Ο Καραγάτσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη λογοτεχνία το 1928 με το διήγημα Η κυρία Νίτσα, όμως επέβαλε την παρουσία του στη λογοτεχνία με τα μυθιστορήματα Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933) και Γιούγκερμαν (1938). Ο Καραγάτσης διακρίνεται για την ικανότητα του να δημιουργεί πρωτότυπους χαρακτήρες και τα έργα του έχουν πλοκή που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το γενικό κλίμα στο οποίο κινούνται τα έργα του είναι ο ρεαλισμός, από επίδραση του Εμίλ Ζολά. Ακόμα, δέχτηκε την επίδραση των ψυχαναλυτικών θεωριών που κυκλοφορούσαν στη Δυτική Ευρώπη στις αρχές του εικοστού αιώνα.
  Έργα. Ο Καραγάτσης, εκτός από τα δύο παραπάνω μυθιστορήματα, έγραψε και πολλά άλλα έργα: Διηγήματα. Το συναξάρι των αμαρτωλών (1935) — Λιτανεία των ασεβών (1940) — Νυχτερινή ιστορία (1943) — Πυρετός (1945) Το νερό της βροχής (1950) - Το μεγάλο συναξάρι (1951) - Η μεγάλη λιτανεία (1956)° μυθιστορήματα. Χίμαιρα (1940) - Ο κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου (1944) - Ο μεγάλος ύπνος (1946) - Αίμα χαμένο και κερδισμένο (1947) - Ο αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος (1948) - Τα στερνά του Μίχαλου (1949) - Ο θάνατος και ο Θόδωρος (1954) - Ο κίτρινος φάκελος (1956) - Σέργιος και Βάκχος (1959) - Το 10 (1960), το οποίο εκδόθηκε ημιτελές μετά το θάνατο του.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρουσίαση του συγγραφέα και των λογοτεχνικών ηρώων του γίνεται εδώ  

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήµατα (συγκινήσεις)
Η µαθητική ζωή της εποχής και η σχολική τάξη
Η ώριµη αποτίµηση της πρώτης αγάπης και η αποµυθοποίηση

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Με φιλικό, εξοµολογητικό τόνο ο Καραγάτσης εισάγει τον αναγνώστη στην υπόθεση του διηγήµατος, δηλώνοντας τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της εξιστόρησης που θα ακολουθήσει στο κύριο µέρος του διηγήµατος. Ο εικοσάχρονος συγγραφέας θυμάται τα µαθητικά του χρόνια, όταν φοιτούσε στην τρίτη δηµοτικού, και εξιστορεί, µε τη µέθοδο της αναδροµικής αφήγησης, τον πλατωνικό[2] του έρωτα για τη δασκάλα του. Στο κύριο µέρος της αφήγησης ενσωµατώνονται διάσπαρτες αναφορές και περιγραφές της αγαπηµένης δασκάλας -που εκ των υστέρων παροµοιάζεται µε ζωγραφικούς πίνακες ροµαντικής τεχνοτροπίας-, η µορφή της οποίας αποτυπώνεται µέσα από την εξιδανικευτική µατιά ενός µικρού µαθητή. Η αναδροµή στο παρελθόν[3] είναι εστιασµένη στη σχολική πραγµατικότητα.
Ο αφηγητής από τη µια µεριά αποδίδει πραγµατικές καταστάσεις (περιγραφή της τάξης, παιχνίδια, σκασιαρχείο, µάθηµα κ.ά.) και από την άλλη γεμίζει τις αναµνήσεις του µε στοχαστική, ερµηνευτική ή αυτοειρωνική, διάθεση, η οποία λειτουργεί στο κείµενο ως εσωτερικός µονόλογος («Θα µου πείτε, πώς θυµάµαι ύστερα από τόσα χρόνια…») και αποτελεί µέρος της συνεχόµενης διαλογικής σχέσης του συγγραφέα µε τον αναγνώστη, σύµφωνα µε τις τεχνικές προδιαγραφές της αφήγησης που έθεσε ο συγγραφέας στην εισαγωγή του διηγήµατος.
Μέσα από αυτές τις παρεκβάσεις διακρίνουµε τα βασικά γνωρίσµατα του συγγραφικού έργου του Καραγάτση. Ευδιάκριτος είναι επίσης ο ψυχαναλυτικός χαρακτήρας της αυτοανάλυσής του, η οποία έχει σκοπό να αναλύσει με λεπτομέρεια τα αισθήµατα, τις κρυφές σκέψεις, ακόµα και τους φανταστικούς διαλόγους του µικρού µαθητή µε την πλατωνική ερωµένη του. Μέσα από τη συνεχή ανάλυση των αυθόρµητων αντιδράσεων του παιδιού (αγάπη, αντιζηλία, παράπονο, φθόνος) που, µετά το γάµο της κυρίας Νίτσας µε το λοχαγό, γνώρισε την ερωτική απογοήτευση, σε συνδυασµό µε τη δραµατική διάψευση της εκπαίδευσης (από «ιεροτελεστία» έγινε µαρτύριο, εξαιτίας της άσχηµης γεροντοκόρης δασκάλας), σκιαγραφείται ο αφηγητής ο οποίος, µε χιούµορ και αποµυθοποιητική διάθεση, επαναξιολογεί τα περασµένα πάθη του.
Στο τελευταίο µέρος του διηγήµατος η µορφή της κυρίας Νίτσας και ο πλατωνικός έρωτας του παλιού της µαθητή αποκαθίστανται στις πραγµατικές τους διαστάσεις. Ο αφηγητής έχει πλέον αποµυθοποιήσει (δηλαδή αντιμετωπίζει ρεαλιστικά) το πρώτο ερωτικό του σκίρτηµα, αντιµετωπίζει µε τρυφερότητα αλλά και (αυτο) ειρωνική διάθεση το παλιό συµβάν, βρίσκεται µάλιστα στην ευχάριστη θέση να βιώνει την αντιστροφή των ρόλων του ιδίου σε σχέση µε το αλλοτινό πρότυπο της δασκάλας του: εκείνη είναι απλώς µια ευτυχισµένη σύζυγος συνταγµατάρχη και µητέρα, όµως ο παλιός µαθητής της βρίσκεται τώρα σε πλεονεκτική θέση·είναι νεότερος (στο παρελθόν η µικρή του ηλικία ήταν γι’ αυτόν µειονέκτηµα στη σχέση του µε την κα Νίτσα) και µεγαλύτερος, δηλαδή αναγνωρισµένος πια συγγραφέας. Κλείνοντας πονηρά το µάτι στον αναγνώστη του, µε τον οποίο επιδίωξε και διατήρησε άριστη επικοινωνία, ο αφηγητής εκµυστηρεύεται τελικά την κατάληξη[4] της πρώτης, πλατωνικής, αγάπης του…



[1] Αναπαράσταση της καθημερινότητας
[2] αγνό, μη σαρκικό
[3] Την αναδρομή στο παρελθόν, πλούσια σε εικόνες και περιγραφές, συνοδεύει με την κρίση του ενήλικα γι’ αυτές και τις σκέψεις του γύρω από το θέμα του χρόνου και την εξέλιξη του ανθρώπου από αθώο και γεμάτο όνειρα παιδί σε ενήλικα, προσγειωμένο με ρεαλισμό στην πραγματικότητα
[4] Βλέπε, σελ. 177 προτελευταία παράγραφος, των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β’ Γυμνασίου ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, Α ΈΚΔΟΣΗ, 2007