Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΑΠΡΙΛΗ ΜΟΥ ΞΑΝΘΕ,
τραγουδά ο Δ.Σαββόπουλος
σε μουσική Μ.Θεοδωράκη!

Συμπληρώνω με μιαν ωραία ανοιξιάτικη φωτογραφία!


Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα



«Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα» Δημήτρη Χατζή[1]

ΘΕΜΑΤΙΚΑ  ΚΕΝΤΡΑ
Δ. Χατζής
Μετανάστευση Αποξένωση από την πατρίδα
Απώλεια εθνικής και κοινωνικής ταυτότητας

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ   ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ   ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το επιλεγµένο απόσπασµα συνιστά ένα αντιπροσωπευτικό δείγµα της ρεαλιστικής[2] γραφής του ∆ηµήτρη Χατζή, η οποία έχει ως επίκεντρο της την παρατήρηση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Ο συγγραφέας αναπαριστά πειστικά το λόγο ενός λαϊκού προσώπου που, ως µετανάστης στη Γερµανία, διαπιστώνει την απώλεια της προσωπικής αλλά και της εθνικής του ταυτότητας.
Ο τίτλος: Το κεφάλαιο[3] από όπου προέρχεται το απόσπασµα έχει τον τίτλο «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρηµη χώρα». Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, «ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε στη Γερµανία, µέσα στο δάσος. Βρέθηκε - δεν ήρθε. Και µεγαλωµένο πια, παλικάρι, δεν ήξερε να µιλήσει καθόλου - καµιάν ανθρώπινη γλώσσα. Όχι πως ήταν βουβό - να µιλήσει δεν ήξερε. Φαινότανε δηλαδή πως είχε ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, µακριά τους - δεν είχε µιλήσει µε τους ανθρώπους, δεν τους ήξερε. Κανένας δεν έµαθε πώς έζησε τόσα χρόνια, πού κρυβόταν, πως δε βρήκε ποτέ τους ανθρώπους».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως τίτλο του κεφαλαίου το όνομα αυτού του παιδιού με τον προσδιορισμό στην έρημη χώρα, γιατί θεωρεί ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στον ήρωα του τον Κώστα, και στον Κάσπαρ Χάουζερ. Μελετώντας το απόσπασμα διαπιστώνουμε ότι και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βρέθηκαν σε μια χώρα ξένη, άγνωστοι ανάμεσα σε αγνώστους, όπου όλοι οι άλλοι μιλούν μια γλώσσα που τους είναι ακατανόητη και δεν έχουν κανέναν να τους περιμένει. Η χώρα στην οποία υποχρεώνονται να ζήσουν είναι γι’ αυτούς ουσιαστικά μια έρημη χώρα, αφού δεν επικοινωνούν με τους ανθρώπους και βιώνουν ο καθένας τη δική του μοναξιά.
Και για τους δύο η έννοια πατρίδα είναι ασαφής και ακαθόριστη: ο Κώστας δεν έχει κανένα δεσμό με την πατρική γη (Σαν να ναι το σπίτι μου εδώ, εδώ κι η πατρίδα μου, το κανένα σπίτι μου, η καμιά μου πατρίδα) και ο Κάσπαρ Χάουζερ, μεγαλωμένος στο δάσος σαν αγρίμι, δε νιώθει να ανήκει πουθενά, δεν έχει σπίτι και πατρίδα.

Ο Κώστας: Είναι ο μοναδικός ήρωας και αφηγητής του κειμένου, ένα λαϊκό πρόσωπο που, ζώντας στη Γερμανία ως μετανάστης, συνειδητοποιεί ότι χάνει σιγά σιγά τον εαυτό του και την εθνική του υπόσταση και ταυτότητα. Ζει μονότονα, χωρίς η ζωή του να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον και αδυνατεί να προσαρμοστεί στους ρυθμούς ζωής της ξένης πόλης όπου εργάζεται. Η αυτοπεποίθηση του είναι χαμηλή και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, μια μονάδα χαμένη μέσα στο πλήθος των πολλών και των αγνώστων, που η μοναδική του συντροφιά είναι λίγοι συμπατριώτες του μετανάστες, ενώ έχει διακόψει τους δεσμούς με την πατρίδα του. Η αίσθηση της μοναξιάς που τον διακατέχει τον αναγκάζει να χαράξει ο ίδιος το πικρόχολο, γεμάτο αυτοσαρκασμό και αυτοπεριφρόνηση επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης του.
 Μια σχηματική παράσταση του προβλήματος του ήρωα επιχειρείται παρακάτω:

Το παρελθόν του ήρωα: Στο δεύτερο κεφάλαιο του µυθιστορήµατος Tο διπλό βιβλίο ο Χατζής αναπτύσσει το θέµα του ελληνικού παρελθόντος του Κώστα. Καταγόταν από ένα αποµονωµένο χωριό του νοµού Μαγνησίας, τη Σούρπη. ∆εν έµαθε γράµµατα και πριν φύγει µετανάστης στη Γερµανία, εργαζόταν σ’ ένα µικρό εργαστήριο ξυλείας στο Βόλο. Οι γονείς του πέθαναν και η µοναδική αδερφή του παντρεύτηκε κι έφυγε από το πατρικό τους σπίτι. Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Κώστας, έχοντας χάσει τους δεσµούς µε τις ελληνικές καταβολές του, αδυνατεί να προσαρµοστεί στον καινούριο κόσµο. Η ανάμειξη κάθε είδους φυλών, τα µεγάλα πληθυσµιακά µεγέθη και οι ανεξιχνίαστοι για τον ίδιο µηχανισµοί αυτού του κόσµου µεταδίδουν στον Κώστα την αίσθηση ότι η ταπεινή του ύπαρξη εξισώνεται µε τις διαστάσεις ενός µικροβίου και τον οδηγούν στη συναισθηµατική ανάγκη να συντάξει ο ίδιος το πικρόχολο και αυτοσαρκαστικό επίγραµµα της επιτύµβιας στήλης του.
Η αλλοτρίωση του (βιομηχανικού κυρίως) εργαζόμενου που δεν αντλεί τη χαρά της δημιουργίας από την εργασία του και τελικά τη θεωρεί ασήμαντη (όπως και τον εαυτό του ). αποτυπώθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένα στην ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν Μοντέρνοι καιροί (1936). Ενα ενδιαφέρον απόσπασμα μπορείτε να παρακολουθείσετε παρακάτω.


 

Δε θα μπορούσε να απουσιάζει  και το τραγούδι η "φάμπρικα" σε στίχους του Γ.Σκούρτη. .Τραγουδά ο Λάκης Χαλκιάς 

Ειδικά οι παρακάτω στίχοι είναι χαρακτηριστικοί!
 Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη μιλιά μου
είμαι το νούμερο οχτώ
με ξέρουν όλοι με αυτό
κι εγώ κρατάω μυστικό
ποιο είναι τ' όνομά μου

Ο στόχος του συγγραφέα: Πίσω από το επιλεγµένο απόσπασµα, το οποίο επικεντρώνεται στο αίσθηµα της αποξένωσης του Έλληνα µετανάστη, µπορεί να ανιχνευτεί ο στόχος ολόκληρου του ∆ιπλού βιβλίου.
Ο καημός του μετανάστη αποτυπώνεται και στο παρακάτω τραγούδι με το Β.Λέκκα
 Ο στόχος, δηλαδή να εκφραστεί ο καηµός του ρωµαίικου και η αίσθηση ότι οι δύο µεταπολεµικές γενιές διαψεύστηκαν και ηττήθηκαν: τόσο η πρώτη γενιά, η γενιά του πατέρα του Κώστα, που θυσιάστηκε (κατοχή και εμφύλιος) µε την μάταιη ελπίδα ενός καλύτερου και δικαιότερου κόσµου, όσο και η δεύτερη γενιά, η γενιά του Κώστα, που έχασε την ταυτότητα της, αναγκασµένη από τις περιστάσεις να αναζητήσει µια καινούρια πατρίδα. Τελικά ούτε αυτή την πατρίδα βρήκε ούτε στην παλιά µπόρεσε ποτέ ουσιαστικά να επιστρέψει.
 Αν και το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην επιστροφή των Ελληνοποντίων στην Ελλάδα και στην δυσκολία τους να αποκτήσουν αποδεκτή κοινωνική ταυτότητα , αντικατοπτρίζει, νομίζω, αισθήματα παρόμοια με του ήρωα!




[1] Βιογραφικά στοιχεία για το συγγραφέα μπορείτε να βρείτε και στην Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2006, σελ. 157
Επιπλέον πληροφορίες και σχόλια για το έργο του μπορούν να αντληθούν και από τις Ψηφίδες.
[2] Στην Ελλάδα ο νεορεαλισμός συνδέθηκε με την πολιτικοποίηση της λογοτεχνίας, έντονη στη μεταπολεμική περίοδο και άμεσα συνδεδεμένη με τον Εμφύλιο. Πολλοί συγγραφείς περιγράφουν την αγωνία του ανθρώπου να επιβιώσει και να βρει το στίγμα του στη νέα εποχή. Άλλοι πάλι προτιμούν να προβάλουν στο έργο τους την παράδοση. Βλέπε και Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2006, σελ. 157
[3] Είναι το τρίτο του βιβλίου

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

MAN (Ανθρωπος και περιβάλλον)

MAN ή αλλιώς η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον (του Steve Cutts)!
Ενα βιντεάκι σαφές, ρεαλιστικό, περιεκτικό, σκληρό και σύντομο!




Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

ΧΡΟΝΙΚΟ Λ.ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ



Λ. Ξανθόπουλος


ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

Η οργάνωση και η λειτουργία της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας
Ο κοινωνικός μετασχηματισμός της μεταπολεμικής Ελλάδας
Η επαγγελματική αποκατάσταση και η ατομική ζωή των μελών της οικογένειας.

ΣΤΟΧΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Η προβολή δύο μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας: της ανεργίας και της μετανάστευσης

Ο τίτλος του ποιήματος
Με τον όρο «χρονικό» χαρακτηρίζουμε ένα αφηγηματικό κείμενο στο οποίο παρακολουθούμε την εξιστόρηση συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων με αυστηρή χρονολογική σειρά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί αυτό τον όρο ως τίτλο του ποιήματος, γιατί παρουσιάζει με χρονολογική σειρά την πορεία της οικογένειας στα μεταπολεμικά χρόνια. Ωστόσο αυτό γίνεται όχι με το λεπτομερειακό τρόπο των αφηγηματικών κειμένων, αλλά με τη βοήθεια της ποιητικής έκφρασης. Δηλαδή χρησιμοποιεί λίγες λέξεις και πυκνά νοήματα και υπαινίσσεται την επίδραση ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων στην εξέλιξη της οικογένειας μέσα στο χρόνο.

Το ιστορικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο της εποχής

Πώληση καπνών -Καβάλα
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η Ελλάδα δέχτηκε χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι με την εργατικότητα τους προώθησαν την οικονομία: δημιουργήθηκαν νέες βιοτεχνίες, εισήχθηκαν νέες καλλιέργειες στις εύφορες αγροτικές περιοχές και σημειώθηκε ραγδαία άνοδος των εμπορικών δραστηριοτήτων. Κυρίως αναπτύχθηκε η καλλιέργεια του καπνού και το καπνεμπόριο, που είχε ως κέντρο την Καβάλα (η πενταετία 1924-1929 θεωρείται η «χρυσή περίοδος» της πόλης), η οποία έως και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ήταν μια μεγάλη καπνεργατούπολη. Όμως την ακμή αυτή της ελληνικής οικονομίας τη διαδέχτηκε η παρακμή. Από τη μια είχαμε τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις των πολεμικών καταστάσεων (πόλεμος του 1940, Κατοχή, Εμφύλιος) και από την άλλη τη σταδιακή παρακμή του καπνεμπορίου1 στην Ελλάδα και το κλείσιμο των καπνεργοστασίων. Επιπλέον, με την επικράτηση των μηχανών τα χειρωνακτικά επαγγέλματα περιορίστηκαν, άρχισε να μαραζώνει οικονομικά η ελληνική επαρχία και ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού αναγκάστηκε να μεταναστεύσει κυρίως στη Γερμανία, στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Αυστραλία.
Ενα πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στην παραγωγή καπνού στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Καβάλα μπορείτε να δείτε εδώ

Καπνά-Καβάλα
Το γεγονός ότι η οικογένεια αποτελούσε παλαιότερα, και εξακολουθεί να αποτελεί, τον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας αποτυπώνεται στο ποίηµα µε την ιεραρχική παρουσίαση των προσώπων, σύµφωνα µε τη θέση τους στον οικογενειακό ιστό: πατέρας, µητέρα, παιδιά, µεγάλος και µικρός γιος. Αν και τα γεγονότα και οι καταστάσεις της ελληνικής µεταπολεµικής περιόδου δεν αναφέρονται στο ποίηµα, η πορεία της οικογενειακής ιστορίας, από τη συνύπαρξη των µελών της οικογένειας µέχρι τη διάλυση της (µε τη µετανάστευση του ενός γιου στο εξωτερικό), αλλά και η ατοµική πορεία κάθε µέλους της οικογένειας (συνταξιοδότηση του πατέρα, κοινωνική αποµόνωση της µητέρας, µετανάστευση του µικρού γιου, ανεργία του µεγάλου), προσδιορίζονται από τις κοινωνικές και οικονοµικές εξελίξεις. Γι’ αυτό το κύριο ζητούµενο, είναι να καταλάβουμε ότι το χρονικό της οικογένειας διαµόρφωσαν η στενή σύνδεση ή και η εξάρτηση των καπνεργατών από το επάγγελµά τους, η αυξανόμενη παρακµή του καπνεµπορίου στην Ελλάδα και οι αρνητικές οικονοµικές επιπτώσεις του εµφυλίου, οι οποίες, σε συνδυασµό µε τον οικονοµικό µαρασµό της ελληνικής περιφέρειας, οδήγησαν µεγάλο µέρος του εργατικού δυναµικού στη µετανάστευση.

Xαρακτηρισμός πρωταγωνιστών / ηρώων
O πατέρας: Παρουσιάζεται σε δύο φάσεις της ζωής του, στη φάση επιλογής του επαγγέλματος του καπνεργάτη και στην εποχή που συνταξιοδοτείται (πρώτη και τελευταία στροφή του ποιήματος αντίστοιχα). Aγαπάει τη δουλειά του (στιχ. 2) η οποία τρέφει την οικογένειά του. Eίναι μια κατασταλαγμένη μορφή που έχει βρει το δρόμο της στη ζωή από νωρίς και τώρα, μετά από πολλά χρόνια εργασίας και προσφοράς, ζητά ανάπαυση.
H μητέρα: H μητέρα είναι η παραδοσιακή νοικοκυρά εκείνης της εποχής με αυστηρά περιορισμένους ρόλους, το νοικοκυριό, τη φροντίδα του άντρα της και την ανατροφή των παιδιών. Aποτελεί το συνδετικό κρίκο της οικογένειας, που την κρατά ενωμένη και αγαπημένη. Όταν όμως ο μικρός της γιος φεύγει μετανάστης και ο μεγάλος παραμένει άνεργος, κλείνεται μέσα στις σκέψεις της, ατονεί και χάνει το ενδιαφέρον της για τη ζωή.
Αρμάθιασμα καπνού Βόλος 1933
O μεγάλος γιος: Eίναι ο ιδεολόγος της οικογένειας, που αγωνίζεται να αλλάξει τον κόσμο και τις συνθήκες ζωής του προς ένα καλύτερο αύριο. Δεν ακολουθεί τη δουλειά του πατέρα του και μάχεται για μια καλύτερη μοίρα. Όμως οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις συντρίβουν τα πιστεύω του και η πραγματικότητα σκεπάζει τα όνειρά του. Aποφασίζει να δουλέψει καπνεργάτης, όπως και ο πατέρας του, αλλά το επάγγελμα φθίνει καθώς οι μηχανές έχουν αντικαταστήσει τα ανθρώπινα χέρια κι έτσι μένει άνεργος.
O μικρός γιος: Aγωνίζεται και εκείνος για μια καλύτερη μοίρα αλλά με διαφορετικό τρόπο από τον μεγάλο του αδελφό. Eπιλέγει το δρόμο της φυγής και της μετανάστευσης, γνωρίζοντας ίσως ότι ο τόπος του και οι συνθήκες ζωής, όπως διαμορφώθηκαν, δεν μπορούν να του προσφέρουν τίποτα, ενώ η διαμονή στο εξωτερικό θα του δώσει δουλειά και ποιοτική ζωή.
Το ποίηµα συνθέτουν διαδοχικές εικόνες-σταθµοί στην πορεία της οικογένειας µέσα στον ιστορικό χρόνο της µεταπολεµικής εποχής-, συµπυκνώνεται το συναίσθηµα της θλίψης για τις χαµένες και µίζερες ζωές των ανθρώπων που έζησαν στα σκληρά µεταπολεµικά χρόνια. Ο τελευταίος στίχος, που αναφέρεται στην επικράτηση των µηχανών, λειτουργεί υπαινικτικά και αντιθετικά: οι µηχανές προκόβουν, ενώ οι άνθρωποι και οι καπνεργάτες παρακµάζουν.



1 Ως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (μέσα της δεκαετίας του 1950) πλήθος φτωχών λαϊκών ανθρώπων, αντρών και γυναικών, εργάζονταν σε καπνεργοστάσια κάνοντας διαλογή και ταξινόμηση στα ξεραμένα φύλλα καπνού. Κυριότερα κέντρα αυτής της οικονομικής δραστηριότητας ήταν στη βόρεια Ελλάδα η Καβάλα, η Δράμα, η Θεσσαλονίκη και ο Βόλος. Ωστόσο ήρθε η παρακμή και πολλά καπνεργοστάσια έκλεισαν λόγω των πολεμικών καταστάσεων (πόλεμος του 1940, Κατοχή, Εμφύλιος), της σταδιακής παρακμής του καπνεμπορίου στην Ελλάδα και κυρίως λόγω της επικράτησης των μηχανών. Έτσι, πολλοί εργάτες έχασαν τη δουλειά τους, ενώ σήμερα η εργατική αυτή ειδικότητα όχι μόνο έχει συρρικνωθεί σε έσχατο σημείο, αλλά δεν έχει καμιά μελλοντική προοπτική.

Ραψωδία Η 206-315 Μονομαχία Αίαντα-Εκτορα



Ραψωδία Η 206-315

Μονομαχία Αίαντα -Εκτορα
Οι μονομαχίες στην Ιλιάδα, που είναι τα βασικά κέντρα της αφηγηματικής ύλης χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια και πληρότητα, έχουν αξία αισθητική και παιδαγωγική, διότι: α) προκαλούν περισσότερο το θαυμασμό από όσο η περιγραφή μιας πολυπρόσωπης μάχης, όπου οι λεπτομέρειες χάνονται γρήγορα· β) γεννούν συμπάθεια, γιατί η αναμέτρηση είναι προσωπική γ) παραδειγματίζουν, γιατί στις περιγραφές των ηρωικών κατορθωμάτων υπάρχει άφθονο διδακτικό υλικό.
Οι κυριότερες μονομαχίες της Ιλιάδας είναι: α) Μενέλαου-Πάρη στο Γ, β) Διομήδη-Αινεία στο Ε, γ) Έκτορα-Αίαντα στο Η, δ) Αγαμέμνονα στο Λ, ε) Μενέλαου στο Ρ και στ) Αχιλλέα- Έκτορα στο Χ.
στ. 225: ο «αγώνας λόγων» είναι τυπικό μοτίβο που προηγείται σταθερά της σύγκρουσης (πρβ. επεισόδιο Γλαύκου και Διομήδη στη ραψωδία Ζ)· σ' αυτόν τον «αγώνα» οι δύο ήρωες καυχιούνται καθένας για τις ικανότητες και τη γενναιότητα του, με στόχο να τρομάξουν τον αντίπαλο τους, αλλά τονίζουν και τις αντίστοιχες αρετές του άλλου, γιατί έτσι προβάλλουν και τη δική τους ανδρεία και κερδίζουν και οι ίδιοι. Οι καυχησιές αυτές οδηγούν την αυτοπεποίθηση του ομηρικού ήρωα μέχρι τη "μεγαλοψυχία" [μεγαλόψυχος είναι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του άξιο για μεγάλα κατορθώματα (πρβ. Οδύσσεια ι 20-21)]

στ. 234 κ.εξ·: γιατί ο Έκτορας θεωρεί ότι ο Αίαντας τον «δοκιμάζει» σαν παιδί ή γυναίκα; Ίσως επειδή, όπως αναφέρουν τα αρχαία σχόλια, σε περίπτωση που δεν γινόταν κλήρωση το δικαίωμα του πρώτου χτυπήματος παραχωρούνταν στον νεότερο και λιγότερο έμπειρο. Στο λόγο του Έκτορα παρατηρούμε πιο καθαρά το εγκώμιο του αντιπάλου (στ. 234, 242), τις καυχησιές σχετικά με τις προσωπικές του ικανότητες στην πολεμική τέχνη (στ. 237-241) αλλά και την εντιμότητα και τον ιπποτισμό του (στ. 242-243). Για τη φράση «αριστερά και δεξιά» (στ. 238) τα αρχαία σχόλια αναφέρουν ότι η ασπίδα κρεμασμένη στο δεξί μέρος του σώματος βοηθούσε στην επίθεση-καταδίωξη, ενώ στα αριστερά σήμαινε υποχώρηση και άμυνα.

στ. 279-282: ο Ιδαίος προτείνει τη λήξη της μονομαχίας και αναγνωρίζει ισοπαλία. Ο ποιητής χρησιμοποιεί το πρόσχημα της νύχτας για να δώσει τέλος σε μια μονομαχία, στην οποία δεν μπορούσε να αφήσει τον Έκτορα να ηττηθεί, αφού η ήττα του πρωτοπαλίκαρου των Τρώων φυλάγεται για αργότερα και θα είναι έργο του Αχιλλέα (βλ. ραψ. Χ)· ούτε όμως μια ήττα του Αίαντα θα ήταν εύκολη, αν σκεφτούμε ότι ο Αχιλλέας τον ξεπερνούσε μόνο στην ταχύτητα των ποδιών του (Ν 322 κ.εξ.).

στ. 306 κ.εξ.: είναι φανερό από την υποδοχή και τη γιορτή των επινικίων ότι αιωρείται και στα δυο στρατόπεδα η σκέψη πως, αν και ο αγώνας έληξε άκριτος (χωρίς να κριθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα), η νίκη ανήκει στον Αίαντα: οι Τρώες χαίρονται που ο Έκτορας επιστρέφει ζωντανός (το επίρρημα «ανέλπιστα» του στ. 310 είναι εύγλωττο· μήπως δεν τον περίμεναν;), ενώ οι Αχαιοί υποδέχονται τον Αίαντα σαν νικητή (ο ήρωας είναι χαρούμενος «από την νίκην» και ο Αγαμέμνονας κάνει μεγάλη θυσία για να τον τιμήσει).

Ο ποιητής μ' αυτή τη μονομαχία επιτυγχάνει: α) να αναδείξει τον Έκτορα πρώτον (πολεμιστή) από την τρωική παράταξη β) να υψώσει τον Έκτορα στο επίπεδο του Αίαντα, ο οποίος είναι ήδη αναγνωρισμένης δόξας από την παράδοση γ) να σπείρει το φόβο στο αχαϊκό στρατόπεδο, μέσω της προκλητικότητας του Έκτορα δ) να προοικονομήσει για τα επόμενα επεισόδια τη συνεχή πάλη Έκτορα-Αίαντα, ως τη στιγμή που βγαίνει στη μάχη και πάλι ο Αχιλλέας.