Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Ο Βάνκας


Ο Βάνκας
Ενδεικτικές πληροφορίες για το συγγραφέα



Ο Άντον Τσέχοφ (νότια Ρωσία 1860 - Γερμανία 1904) είναι Ρώσος πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δραματουργίας των νεότερων χρόνων. Γεννήθηκε σε ένα χωριό κοντά στην Αζοφική, πέρασε τα παιδικά του χρόνια με μεγάλες στερήσεις και σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Άσκησε τοεπάγγελμα του γιατρού με ευσυνειδησία και αξιοθαύμαστη συμπαράσταση προς το συνάνθρωπο του, παρόλο που ο ίδιος υπέφερε σε όλη του τη ζωή από φυματίωση. Παράλληλα με τις σπουδές του και αργότερα ως γιατρός ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία.



Ενδεικτικές πληροφορίες για το συγγραφέα
-      Ο Τσέχοφ στα έργα του ασκεί έντονη κριτική στην κακή πλευρά του ατόμου και της κοινωνίας (την κολακεία, τη δουλικότητα, τη γραφειοκρατική διαφθορά κ.ά.) και υμνεί την καλή. Ήρωες του είναι οι δυστυχισμένοι, οι αγαθοί και καρτερικοί, οι ταπεινοί και οι συντριμμένοι από τις συνθήκες της ζωής. Τα έργα του γνώρισαν αμέτρητες εκδόσεις και μεταφράσεις, ενώ ειδικά τα θεατρικά του έργα παίζονται και σήμερα με επιτυχία σε όλο τον κόσμο
Θεματικά κέντρα
Η παιδική βιοπάλη. Ορφάνια, φτώχεια, εργασία.
     Η ανάγκη του παιδιού για αγάπη και φροντίδα.
     Σκληροί εργοδότες, αθώοι βιοπαλαιστές.

Το κοινωνικό πρόβλημα της βιοπάλης των παιδιών (της παιδικής εργασίας) είναι οξύτατο, παγκόσμιο και διαχρονικό: πάντα υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα, αφού οι αιτίες που το δημιουργούν εξακολουθούν να υφίστανται. Παιδιά φτωχών οικογενειών, ορφανά ή εγκαταλειμμένα από τους γονείς τους, θύματα των πολέμων, της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, αναγκάζονται να απαρνηθούν την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας, να βγουν στη βιοπάλη και να αντιμετωπίζουν καταστάσεις δυσβάσταχτες, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ομαλή εξέλιξη του ψυχικού τους βίου. Έτσι, αντί να απολαμβάνουν τα αυτονόητα για την ηλικία τους αγαθά (να πηγαίνουν στο σχολείο, να χαίρονται το παιχνίδι και να νιώθουν την ασφάλεια της γονεϊκής προστασίας), φορτώνονται με ευθύνες, βιώνουν την καταπίεση των εργοδοτών και την περιφρόνηση ή τον οίκτο των συνανθρώπων τους, των οποίων η συμπαράσταση είναι τις πιο πολλές φορές παροδική, επιδερμική και περιστασιακή.

Στη σημερινή εποχή το πρόβλημα της παιδικής εργασίας έχει διογκωθεί ιδιαίτερα στις τριτοκοσμικές χώρες, όπου έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και έχει πάρει τη μορφή στυγνής εκμετάλλευσης. Εκεί, με την ανοχή όλων (της οικογένειας, της κοινωνίας, του κράτους) τα παιδιά εργάζονται κάτω από απάνθρωπες και επικίνδυνες συνθήκες, υποβάλλονται σε σωματικές και ψυχικές δοκιμασίες, ωριμάζουν αφύσικα και πρόωρα και κουβαλούν σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους τα απωθημένα από την παιδική ηλικία, την οποία δεν έζησαν. Αλλά και στις δυτικές κοινωνίες το πρόβλημα της παιδικής βιοπάλης έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Έτσι, το θέαμα των παιδιών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα πιο επικίνδυνα σημεία των δρόμων, στα φανάρια, που ζητιανεύουν ή που καλύπτουν την ντροπή της ζητιανιάς πουλώντας κάποια προϊόντα, έχει γίνει μόνιμη κατάσταση, που άλλους τους ευαισθητοποιεί, άλλους τους εκνευρίζει, ενώ άλλους τους αφήνει αδιάφορους. 

Ενδεικτική ερμηνευτική προσέγγιση
Γενικό σχόλιο. Ο Βάνκας είναι ένα αδικημένο παιδί της ζωής, εφόσον είναι ορφανό από γονείς ωστόσο η τρυφερή παρουσία του παππού του και η φροντίδα που του δείχνουν τα αφεντικά του σπιτιού τού προσφέρουν χαρά και ασφάλεια. Τα πράγματα χειροτερεύουν δραματικά όταν πηγαίνει στη Μόσχα να δουλέψει σαν μαθητευόμενος τσαγκάρης και γνωρίζει εκεί τη σκληρότητα των ανθρώπων.

1. Τα παράπονα του Βάνκα - Η ζωή του στο τσαγκαράδικο
■Ο Βάνκας αναγκάζεται να γράψει στον παππού του το γράμμα, στο οποίο διε­κτραγωδεί με απόγνωση την κατάσταση του, επειδή η ζωή του στο τσαγκαρά­δικο είναι γεμάτη βάσανα και αβάσταχτη, και όλοι τον κακομεταχειρίζονται με σκληρότητα. Μέσα στο γράμμα του υπάρχουν μερικές φράσεις που αποτελούν κραυγές απόγνωσης και εκκλήσεις προς τον παππού, ενώ άλλες αποτελούν καταγγελία για τις συνθήκες ζωής των ανήλικων βιοπαλαιστών. Τα παράπονα του Βάνκα είναι αυτά:
Ø      Το αφεντικό τον δέρνει αλύπητα για ασήμαντες αφορμές.
Ø      Η κυρά τον αποπαίρνει και τον εξευτελίζει σχεδόν χωρίς λόγο.
Ø      Οι καλφάδες τον αναγκάζουν να κάνει θελήματα και να κλέβει.
Ø      Δεν τον ταΐζουν κανονικά και τον αφήνουν σχεδόν νηστικό.
Ø      Κοιμάται μπροστά στην πόρτα και δε χορταίνει τον ύπνο.
Ø      Δεν έχει παπούτσια.
Ø      Γενικά, όλοι τον δέρνουν, πεινάει πολύ, η ζωή του είναι χειρότερη κι από σκύλου, και γι' αυτό όλο στενοχωριέται και κλαίει.
2. Το αδιέξοδο του Βάνκα
-Το γράμμα με τα παράπονα του Βάνκα δεν έφτασε ποτέ στον παππού του, γιατί το παιδί από άγνοια δεν έγραψε στο φάκελο το όνομα του χωριού και δεν κόλλησε το απαραίτητο γραμματόσημο. Έτσι, η προσπάθεια του Βάνκα να επικοινωνήσει με τον παππού του πέφτει στο κενό, ενώ η επιθυμία του να φύγει από το αφόρητο περιβάλλον δεν εκπληρώνεται. Στο διήγημα λοιπόν δε δίνεται λύση, η κατάσταση του Βάνκα παραμένει αδιέξοδη και το απρόβλεπτο τέλος είναι θλιβερό και απαισιόδοξο.

3. Περιγραφή - Εικονοπλασία
- Υπάρχουν σε όλο το κείμενο πολλές εικόνες και περιγραφές, που δίνονται με απλά λόγια αλλά με ζωντανό τρόπο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Η εικόνα του Βάνκα, καθώς γράφει κρυφά στο μισόφωτο το γράμμα. / Η (υποθετική και φανταστική) εικόνα του παππού με τα σκυλιά και τις υπηρέτριες.
Η περιγραφή του Χέλη. / Η εικόνα του χωριού τη νύχτα./ Η περιγραφή της Μόσχας.

4. Αφηγηματικά στοιχεία και άλλα στοιχεία τεχνικής
Στο διήγημα η ιστορία ξετυλίγεται σε δύο εναλλασσόμενα χρονικά και τοπικά επίπεδα: από τη μια έχουμε το ευρηματικό γράψιμο της επιστολής, στην οποία διεκτραγωδείται η τωρινή φριχτή ζωή στο εργαστήρι (στη Μόσχα) από την άλλη τις νοσταλγικές αναμνήσεις από το ευτυχισμένο παρελθόν, στο χωριό -άλλη τοπική και άλλη χρονική διάσταση. Στην τεχνική[1] αυτή καθοριστικό ρόλο παίζει το παράθυρο μέσα στο μισόφωτο, από όπου «φεύγει» ο Βάνκας στο χωριό και στο παρελθόν. Τα στοιχεία λοιπόν που καθορίζουν την τεχνική είναι η εναλλαγή (και στο χώρο και στο χρόνο) και το εύρημα του παράθυρου. Αυτά βέβαια προστίθενται στο βασικό στοιχείο της τεχνικής, στην επιστολή, όπου υπάρχει ζωντάνια και γνησιότητα, γιατί καταγράφονται όλα με αυθορμητισμό και με ειλικρίνεια.
Οι στίχοι του Διονύση Σαββόπουλου σε εκτέλεση των αδελφών Κατσιμίχα, μας βοηθούν να προσεγγίσουμε ξανά το πρόβλημα......  

[1] Η αφήγηση, με τον τρόπο αυτό, κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα: στο τώρα, που είναι η ζωή στη Μόσχα και περιγράφεται στο γράμμα, και στο τότε, που αναφέρεται στη ζωή στο χωριό και περιγράφεται με τη μορφή της αναπόλησης. Αυτή η αναπόληση, αν και ανατρέχει στο παρελθόν, γίνεται κάποτε σε παροντικό χρόνο («αυτή τη στιγμή, χωρίς άλλο, ο παππούς θα στέκεται μπροστά στην αυλόπορτα... και τον έτριψαν με χιόνι για τις γιορτές»), δίνοντας θεατρική ζωντάνια στην αφήγηση και προκαλώντας την άμεση συμμετοχή του αναγνώστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου