Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Ραψωδία Ζ , 369-529 ΕΚΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ. Κι ενώ ο Διομήδης με το Γλαύκο ανταλλάσσουν τα όπλα τους διαμορφώνοντας ένα αντιπολεμικό διάλειμμα μέσα στον ορυμαγδό της μάχης , προβάλλεται από τον ποιητή  η συνάντηση του Έκτορα με τη γυναίκα του, Ανδρομάχη, και τον γιο του, Αστυάνακτα.
Το πρωτοπαλίκαρο των Τρώων, σε ένα διάλειμμα της μάχης, μπαίνει μέσα στο κάστρο για να βρει τον Πάρη (όχι τόσο για να τον μαλώσει όσο για να τον φέρει στον "ίσιο" δρόμο της τιμής και της ανδρείας) και με την ευκαιρία αναζητά τη μητέρα του, τη γυναίκα του και τον γιο του, για να τους δει – ίσως για τελευταία φορά.
 Όταν συναντιέται με την Ανδρομάχη, πραγματοποιείται η πιο ανθρώπινη και αντιπολεμική ίσως στιγμή της Ιλιάδας. Η Ανδρομάχη προσπαθεί να τον πείσει να μείνει μέσα στο κάστρο, γιατί φοβάται πως από το πεδίο της μάχης δεν θα επιστρέψει ποτέ, και τότε εκείνη θα μείνει χήρα, και επιπλέον θα χάσει την ελευθερία της και θα καταντήσει δούλα των Αχαιών. Ο Έκτορας προσπαθεί να την παρηγορήσει. Γνωρίζει τη μοίρα της Τροίας, (όπως γράφει κι ο Καβάφης) αλλά οφείλει να εκπληρώσει το χρέος του (το καθήκον του και να προστατέψει την υστεροφημία του από την οποία πρέπει να απουσιάζει η ντροπή. βλέπε και σχόλια παρακάτω) και να συνεχίσει τον ολέθριο πόλεμο. Κι εκείνον τον πονάει ο σίγουρος θάνατός του, η καταστροφή της πόλης του και η διαγεγραμμένη μοίρα της γυναίκας του, αλλά δεν είναι δυνατόν να κάνει αλλιώς. Ύστερα παίρνει και χορεύει στα χέρια του το παιδί του (σαν πατέρας πια), εκείνο όμως κλαίει, γιατί φοβάται την πανοπλία του πατέρα του, πράγμα που φέρνει χαμόγελα στο αντρόγυνο. Ο Έκτορας βγάζει την περικεφαλαία, και εύχεται στο μέλλον να γίνει ο γιος του δυνατός βασιλιάς, πιο ξακουστός από τον πατέρα του.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΣΧΟΛΙΑ


στ. 388: η υπόθεση της οικονόμου για την κατάσταση της Ανδρομάχης βρίσκεται σε αντιστοιχία με την πληροφορία που μας έχει δώσει κιόλας ο ποιητής (στ. 373) και βοηθάει τον ακροατή να πλάσει με τη φαντασία του την εικόνα. Η ενέργεια της Ανδρομάχης να τρέξει στα τείχη, για να μάθει νέα του Έκτορα, την εξισώνει με τις άλλες Τρωαδίτισσες που περικύκλωσαν τον Έκτορα κατά την είσοδο του στην πόλη, αγωνιώντας να μάθουν νέα για τους δικούς τους (στ. 237-241)· ταυτόχρονα, ωστόσο, τη διακρίνει από τις ανώνυμες αυτές συζυγούς και αδελφές των πολεμιστών και την βάζει στο χώρο των Σκαιών πυλών σε μια άλλη χρονική στιγμή, ώστε αυτή η συνάντηση να απομακρύνεται συνεχώς και να μοιάζει αδύνατη, ως την τελευταία στιγμή που οι δυο σύζυγοι θα συναντηθούν σαν από σύμπτωση. Ο ποιητής με αριστοτεχνικό τρόπο προετοίμασε τον ακροατή να δεχτεί αυτόν το χώρο συνάντησης πολύ φυσικά, αλλά και δημιουργώντας του μεγάλη αγωνία, μήπως και αυτή η συνάντηση δεν πραγματοποιηθεί ποτέ. Η ανησυχία της Ανδρομάχης την σπρώχνει έξω και τρέχει να αναζητήσει τον άντρα της στο χώρο του· η επιθυμία επίσης του Έκτορα να δει τους δικούς του για τε­λευταία ίσως φορά, με την ευκαιρία του ερχομού του στην πόλη, τον ωθεί να ψάξει τη γυναίκα του στο δικό της χώρο, στο παλάτι

στ 406 κ.εξ.: το επιφώνημα που πρώτο ακούγεται από τα χείλη της Ανδρομάχης («Οϊμέ!») είναι η απαραίτητη εισαγωγή ενός λόγου συναισθηματικά φορτισμένου, που μόλις αρχίζει, και ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την ψυχολογική της κατάσταση από τα λόγια του ίδιου του ποιητή (στ. 373,394 και 406) και της «έξυπνης οικονόμας» (στ. 386 και 388). Τα επιχειρήματα της γυναίκας του Έκτορα, συναισθηματικού κυρίως χαρακτήρα, αποκτούν και έντονο υποκειμενικό χρώμα, όταν εκτός από την ορφάνια του παιδιού τους, προβάλλουν σαν όπλο και τη δική της χηρεία. Η επιχειρηματολογία της κινείται σε τρία χρονικά επίπεδα: α) πρώτα αναπτύσσει ό,τι φοβάται για το μέλλον και θέλει να το αποφύγει (στ. 406-413α), β) υστέρα κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν: τι είχε και τι έχασε (στ. 413β-428), και γ) επανέρχεται στο παρόν: τι έχει τώρα (στ. 429-430). Το νόημα: αν στις απώλειες του παρελθόντος προστεθεί στο μέλλον η απώλεια του μοναδικού προσώπου που έχει τώρα, τότε ο πόνος γι' αυτήν θα είναι αβάσταχτος και καλύτερα να πεθάνει.
στ. 414 κ.εξ.: με επική άνεση δίνεται η ιστορία της πατρικής οικογένειας της Ανδρομάχης. Έτσι όμως ο ποιητής έχει την ευκαιρία να αναφερθεί πλατιά στον Αχιλλέα, στον ιπποτισμό και τη γενναιότητα του (σε 15 στίχους!), ώστε να μην ξεχνάει ο ακροατής τον κεντρικό ήρωα του έπους, αλλά και να μας υποβάλει την εντύπωση ότι η Ανδρομάχη δεν θα καταφέρει να ξεφύγει από την τραγικότητα της γενιάς της· λε­πτή τραγική ειρωνεία κρύβεται σ' αυτά τα λόγια της γυναίκας του Έκτορα: αυτός που ξεκλήρισε την πατρική της οικογένεια θα της στερήσει αργότερα και τη μοναδική παρηγοριά που της έμεινε, τον άντρα της. Να θυμίσουμε επίσης ότι στην ομηρική μάχη ο νικητής πρέπει να γίνει κύριος του νεκρού σώματος και των όπλων του αντιπάλου, για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η νίκη του.

στ. 433 κ.εξ: οι αιτίες που έκαναν το λόγο της Ανδρομάχης έντονα συναισθηματικό (αγάπη για τον άντρα της και φόβοι για το μέλλον του παιδιού της και το δικό της) την ωθούν στο τέλος να σκεφτεί και να προτείνει ένα αμυντικό σχέδιο που και λογικό και ρεαλιστικό είναι (πρβ. στ. 435-439).

στ. 441 κ.εξ.: ο λόγος του Έκτορα είναι γεμάτος κατανόηση, αισθάνεται τους ίδιους φόβους με τη γυναίκα του, αλλά δεν είναι μόνο σύζυγος και πατέρας· βαραίνουν πάνω του οι ευθύνες που έχει απέναντι στο λαό του και το χρέος προς τη γενιά του. Ο Έκτορας είναι πολεμιστής· όσο και αν καταλαβαίνει τη γυναίκα του, δεν μπορεί να αφεθεί στο συναίσθημα, πρέπει να λειτουργήσει με γνώμονα τη λογική. Ο πρώτος πολέμαρχος της Τροίας νιώθει βαρύ πάνω του το βλέμμα των Τρώων συμπολεμιστών του και των γυναικών της Τροίας, που έχουν παιδιά στην πρώτη γραμμή. Γίνεται λόγος εδώ για την ομηρική «αιδώ», ένα ανάμεικτο συναίσθημα ντροπής για το τι θα πουν οι άλλοι, αλλά και σεβασμού αυτής της κοινής γνώμης. Αυτός «ο φόβος της ατίμωσης» ήταν το πλέον διαδεδομένο συναίσθημα της ομηρικής κοινωνίας. Σ' αυτήν την εξωτερική πίεση προστίθεται και μια εσωτερική: ούτε ο ίδιος του ο εαυτός του επιτρέπει να κάνει πίσω («ουδ' η καρδιά μου θέλει το»), θα είναι σαν να προδίδει τη φύση του («να είμαι γενναίος πάντοτε κι εμπρός να μάχομαι των Τρώων»). Ο πολεμιστής αγωνίζεται για την πατρίδα του, αλλά και για τη διαφύλαξη της τιμής και της δόξας του πατέρα και της γενιάς του. Με τον αγώνα του και τη στάση του κερδίζει την εκτίμηση των συμπολιτών του, που έχει μεγάλη σημασία για τον ομηρικό άνθρωπο και εξασφαλίζει την τιμή και την υστεροφημία του. Η τιμή και η δόξα της οικογένειας είναι αξίες που η μια γενιά κληρονομεί από την άλλη· το χρέος της είναι να τις διατηρήσει και να τις επαυξήσει (γι' αυτό ο γιος έπρεπε να δειχθεί πιο άξιος από τον πατέρα), ώστε να τις κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές. Αυτό άλλωστε το ιδεώδες εκφράζεται στην ευχή του Έκτορα προς τους θεούς για το γιο του. Για τους λόγους αυτούς βλέπουμε τον Έκτορα να πολεμάει, ακόμα και όταν είναι πεπεισμένος ότι η Τροία θα χαθεί και ο ίδιος θα σκοτωθεί: ο ομηρικός ήρωας δεν μάχεται για τη νίκη, αλλά για την τιμή και τη δόξα της γενιάς του, αξίες διαχρονικές και αιώνιες που δεν εξαρτώνται από τη νίκη ή από την ήττα. Η στάση αυτή εξισώνει τον πρόμαχο των Τρώων με τους μαχητές των Θερμοπυλών.

Η κλίμακα των αξιών φωτίζεται ιδιαίτερα από τη στάση του Έκτορα τούτες τις ώρες, που ο θάνατός του προοικονομείται.. Ο ήρωας με το λόγο και την πράξη του διαχωρίζει τις αξίες σε δυο κατηγορίες· στις θετικές και στις αρνητικές. Θετικές είναι όσες δίνουν τιμή στον αγωνιστή. Και η τιμή του αγωνιστή ταυτίζεται με την τέλεση του πολεμικού καθήκοντος με την πολεμική αρετή. Αρνητικές είναι όσες ατιμάζουν τον άνθρωπο στα μάτια των ανδρών και των σεμνών μητέρων, όσες δίνουν
δειλία
τιμή
φυγή
πόλεμος
ζωή
θάνατος
οικογένεια
ελευθερία
το χαρακτηρισμό του δειλού. Η ζωή και η οικογένεια είναι αξίες πανάκριβες, αλλά ο προσανατολισμός του ατόμου προς την επίτευξη τους εξαρτάται από το πώς θα αποκτηθούν και θα δια-τηρηθούν. Αν είναι να αποκτηθούν με τιμή και δόξα είναι θετικές, αν είναι να αποκτηθούν με ντροπή, τότε είναι αρνητικές. Ο Έκτορας παρά την ηθική πίεση που ασκεί επάνω του η τρυφερή εικόνα της οικογένειας δεν διστάζει. Επιλέγει την τιμή και την ηθική ελευθερία, που περνούν -αλίμονο όμως- μέσα από το θάνατο

στ. 466 κ.ε: η κίνηση του Έκτορα στρέφει την προσοχή του ακροατή σ' ένα νέο πρόσωπο και η σκηνή διευρύνεται. Από στενά συζυγική, γίνεται οικογενειακή ·μετά τον Έκτορα-σύζυγο ο ποιητής μάς προετοιμάζει να δούμε τον Έκτορα-πατέρα. Η γεμάτη παιδική αφέλεια αντίδραση του μικρού Αστυάνακτα γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο μεγάλη ποίηση: οι γονείς ξεχνούν, έστω για λίγο, την απελπισία που τους κατέχει και τις απαισιόδοξες προβλέψεις των προηγούμενων λόγων τους και αφήνονται να γελάσουν.  Παρατηρούμε επίσης ότι η Ανδρομάχη με το λόγο της επιδίωξε να κερδίσει τον Έκτορα-σύζυγο και πατέρα εις βάρος του Έκτορα-πολεμιστή και δεν το πέτυχε. Αυτό το πετυχαίνει ο μικρός Αστυάνακτας με τη δική του διαμαρτυρία: η εικόνα του Έκτορα που αφήνει το κράνος του καταγής είναι ένας έμπρακτος αφοπλισμός μπροστά στη δύναμη της παιδικής αθωότητας. Τέλος, σημειώνουμε ότι η αλλαγή της ατμόσφαιρας, την οποία προκάλεσε η καταλυτική παρουσία του μικρού Αστυάνακτα, δικαιολογεί την αισιοδοξία και την ελπίδα των ευχών του πατέρα προς το γιο. Επίκεντρο τώρα της σκηνής είναι το παιδί, οπότε δεν θα μπορούσε να ακουστεί κάτι κακό. Εξάλλου, ο Έκτορας έχει αφήσει τον πολεμιστή καταγής, τώρα είναι μόνο πατέρας, και ως πατέρας μόνο αισιόδοξα μπορεί να σκεφτεί. 
 Υπάρχει και μια μουσική διάσταση της συνάντησης κατά την οποία η ηρωίδα προτρέπει τον Εκτορα να πάει στην μάχη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου